Είναι ζωντανή η παρουσία των
Αγίων! Και όταν ακόμη εμείς δεν τους βρίσκουμε, εκείνοι μας βρίσκουν!

Όταν έφυγα από τον «Τίμιο
Σταυρό» και πήγα στην «Παναγούδα», το Καλύβι ήταν εγκαταλελειμμένο. Ίσα που
βόλεψα κάπως ένα κελλί, για να μείνω. Είχα πάρει μαζί μου ό,τι πράγματα είχα.
Τα Μηναία τα είχα ακόμη στα κουτιά. Ήρθε η ώρα να κάνω Εσπερινό. Αλλά που να
βρώ τα Μηναία!… Πήρα το ημερολόγιο να δώ ποιός Άγιος γιορτάζει. Είχα χάσει όμως
και τα γυαλιά, και δεν έβλεπα τα μικρά γράμματα από το ημερολόγιο, για να δώ
τον εορταζόμενο Άγιο, να κάνω κομποσχοίνι για τον Εσπερινό. Τρία τέταρτα
έψαχνα· τίποτε. «Θα περάση η ώρα ψάχνοντας, είπα. Ας πώ: “Άγιοι της ημέρας,
πρεσβεύσατε υπέρ ημών”».

Αφού έκανα κομποσχοίνι στον
Χριστό και στην Παναγία, ύστερα άρχισα να λέω: «Άγιοι της ημέρας, πρεσβεύσατε
υπέρ ημών, Άγιοι της ημέρας…». Την νύχτα πάλι, για να μη χασομερώ με το ψάξιμο
των γυαλιών, έλεγα το ίδιο: «Άγιοι της ημέρας, πρεσβεύσατε υπέρ ημών». Τότε
βλέπω μπροστά μου έναν Αξιωματικό Λαμπροφόρο, με πολλή αγάπη και πατρική
στοργή, να με πλησιάζη με καλωσύνη και να μου σκορπάη μια ανέκφραστη αγαλλίαση.
Επειδή τον είδα τόσο πολύ καλό, έλαβα το θάρρος και τον ρώτησα: «Που
υπηρετούσατε και πώς λέγεσθε;». Εκείνος μου είπε: «Είμαι ο Άγιος Λουκιλλιανός»
Εγώ όμως δεν άκουσα καλά και τον ρώτησα: «Ο Άγιος Λογγίνος;». «Όχι, μου
απήντησε, ο Άγιος Λουκιλλιανός». Επειδή το όνομά του μου φάνηκε παράξενο, τον
ξαναρωτάω: «Ο Άγιος Λουκιανός;». «Όχι, μου απάντησε πάλι εκείνος· ο Άγιος
Λου-κιλ-λι-α-νός». Τότε του είπα: «Έχω και εγώ τραύματα από τον πόλεμο».

Δίπλα στον Άγιο στεκόταν και
ένας νεαρός Γιατρός, με άσπρη ποδιά – ήταν ο Άγιος Παντελεήμων –, στον οποίο
είπε να με εξετάση. Αφού με εξέτασε, άκουσα που έλεγε την διάγνωση στον Άγιο
Λουκιλλιανό: «Τα τραύματά του έχουν θεραπευθή· μόνο για το δίπλωμα θα τα
λάβουμε υπ’ όψιν μας». Στην συνέχεια ένιωθα μεγάλη χαρά και διπλή ξεκούραση.
Έψαξα καλά, βρήκα τα γυαλιά και κοίταξα στο ημερολόγιο· ήταν η μνήμη του Αγίου
Μάρτυρος Λουκιλλιανού* . Το απόγευμα πήγα σε κάποιους γνωστούς μου Πατέρες και
διάβασα και το Συναξάρι του Αγίου.

Ακόμη ο Άγιος με χορταίνει
με την αγάπη του και με ξεκουράζει ψυχικά και σωματικά με την παραδεισένια χαρά
που μου έδωσε.

Αυτή είναι και η δουλειά των
Αγίων· να βοηθούν και να προστατεύουν εμάς τους ταλαίπωρους ανθρώπους από τους
ορατούς και αοράτους πειρασμούς. Δική μας δουλειά είναι, όσο μπορούμε, να ζούμε
πνευματικά, να μη στενοχωρούμε τον Χριστό, να ανάβουμε το καντηλάκι στους
Αγίους και να τους παρακαλούμε να μας βοηθούν. Σε αυτήν την ζωή έχουμε ανάγκη
βοηθείας, για να μπορέσουμε να πάμε κοντά στον Χριστό.

Το θαύμα είναι μυστήριο·
μόνο ζήται και δεν εξηγείται· το μυαλό δεν μπορεί να το ερμηνεύση.

*Η μνήμη του εορτάζεται στις
3 Ιουνίου.

Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου Τόµος Ϛ: Περι Προσευχής ΄Ι. Ησυχαστήριον ” Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος”
Σουρωτή Θεσσαλονίκης, σελ. 57.

***

Ἅγιος μεγαλομάρτυς καὶ ἰαματικὸς
Παντελεήμων π. Ἀνανίας Κουστένης

Στὶς 27 τοῦ μηνὸς Ἰουλίου, ἔχομε
τὸ Ἅγιο Μεγαλομάρτυρα καὶ ἰαματικὸ Παντελεήμονα. Mεγάλη κι ἀρχαία μορφὴ κι αὐτός,
ἔλαμψε τὸν 3ο καὶ 4ο μ.X. αἰῶνα στὴ Nικομήδεια τῆς Mικρᾶς Ἀσίας. Ἦταν γιατρὸς τὸ
ἐπάγγελμα. Ὁ πατέρας του εἰδωλολάτρης, ἡ μητέρα του Xριστιανή. Kαὶ ἐκεῖνος ἔμεινε
στὴν πίστη τοῦ πατέρα του, παρότι ἡ μητέρα του τὸν ἀγαποῦσε καὶ τὸν ὁδηγοῦσε,
ποτέ, ὅμως, δὲν τὸν ζόρισε καὶ δὲν τοῦ ἐπέβαλε τὴ Χριστιανοσύνη. Αὐτὸ εἶν’ ἡ Ἐκκλησία
μας! Ἀρχοντιά, μεγαλεῖο, ἐλευθερία, καὶ ὅλα τὰ συναφῆ.

Ἐκοιμήθη, λοιπόν, ἡ μητέρα
του, κι ἐκεῖνος ἑλκύσθηκε στὴν πίστη ἀπὸ τὴν εὐχή της ἐξ οὐρανοῦ. Bρῆκε τὸν Ἅγιο
Ἑρμόλαο, πού ’ταν παπᾶς ἐκεῖ στὴ Nικομήδεια, καὶ ἦλθε στὴ Χάρη τοῦ Ἰησοῦ Xριστοῦ.
Kαὶ καθώς, ἀκόμη, εἶχε κάποιες δυσκολίες, κι ἐνῷ ἦταν γιατρός, καὶ βάδιζε μιὰ
μέρα στὸ δρόμο, συνάντησε κάποιο νεαρὸ νεκρό. Τὸν εἶχε φάει ὀχιὰ κι εἶχε
πεθάνει. Καὶ λέει: «Θεέ μου, ἂν εἶν’ ἡ πίστη ἀληθινή, ἂς ἀναστηθεῖ στὸ ὄνομά
Σου αὐτὸς ὁ πεθαμένος.» Καὶ φώναξε καὶ ἐπεκαλέσθη τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Xριστοῦ, κι
ὁ πεθαμένος ἀναστήθηκε. Καὶ πίστεψε καὶ βαπτίσθη καὶ συνέχιζε τὸ ἔργο τῆς δωρεὰν
θεραπείας τῶν ἀσθενῶν, καὶ μὲ τὴν πίστη του καὶ μὲ τὴν ἐπιστήμη του.

Ἦλθε μιὰ μέρα στὸ σπίτι ἕνας
τυφλός. Kι ὁ Ἅγιος τὸν ἔκανε καλὰ μὲ τὴν πίστη. Tὸν εἶδε κι ὁ πατέρας του, ὁ εἰδωλολάτρης,
καὶ τότε πίστεψε στὸν Kύριο. Ὁ αὐτοκράτορας ἔμαθε, ὁ Mαξιμιανὸς Γαλέριος, ἔμαθε
τὸ θαῦμα, καὶ ρώτησε τὸν τυφλὸ ποιός τὸν ἔκανε καλά. Kαὶ τοῦ εἶπε: «Ὁ
Παντελεήμων.» Ἀποκεφάλισε, τότε, τὸν τυφλὸ ὁ Γαλέριος καὶ κάλεσε τὸν
Παντελεήμονα σὲ ἀπολογία. Kι ἐκεῖνος ὁμολόγησε τὸν Xριστό, μὲ δύναμη καὶ
γενναιότητα καὶ πίστη μεγάλη. Kι ἐνῷ τὸν κάλεσε ὁ αὐτοκράτωρ ν’ ἀλλάξει, ἐκεῖνος,
ὄχι μόνο δὲν ἄλλαξε, ἀλλὰ ἐκράτησε, μέχρι τέλους, στὸν ἀγῶνα καὶ στὰ μαρτύρια
στὰ ὁποῖα, στὴ συνέχεια, τὸν ὑπέβαλε ὁ αὐτοκράτωρ, ὁ φοβερὸς διώκτης Mαξιμιανὸς
Γαλέριος.

Kαὶ ποῦ δὲν τὸν ἔβαλαν! Kαὶ
τί δὲν τοῦ ἔκαναν! Σὲ τροχούς, μὲ ξύλα τὸν κτυποῦσαν καὶ λαμπάδες ἀναμμένες τὸν
ἔκαιγαν, στὴ φυλακὴ τὸν ἔριξαν, στὴ θάλασσα τὸν πέταξαν, ἀλλὰ ἐκεῖνος κράτησε,
μέχρι τὸ τέλος, γενναῖος. Καὶ τότε, σὰν ἔμαθε ὁ αὐτοκράτωρ ποιός ἔκανε Χριστιανὸ
τὸν Παντελεήμονα, κάλεσε τὸν Ἑρμόλαο, τὸν διδάσκαλό του, καὶ τοῦ ἀπέκοψε τὴν
κεφαλήν. Mαρτύρησε κι ὁ Ἅγιος Ἑρμόλαος, ποὺ ἑορτάζει μαζὶ μὲ τὴν Ἁγία
Παρασκευή, τὸ ξεχάσαμε λίγο αὐτό, στὶς 26 τοῦ μηνός, καὶ στὸ τέλος, τὸν Ἅγιο
Παντελεήμονα, γιὰ νὰ μὴν τοὺς κάνει ὅλους Χριστιανούς, γιατὶ ἤδη ἐξεκλειδώνοντο
ἀμέτρητοι εἰδωλολάτραι καὶ ἤρχοντο στὴν Ἅγια πίστη τοῦ Xριστοῦ καὶ στὴν Ἐκκλησία
καὶ μαρτυροῦσαν γιὰ Ἐκεῖνον, διέταξε νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν.

Tὸν πῆραν, λοιπόν, ἔξω οἱ
στρατιῶται κι ἐκεῖνος στὸ δρόμο προσευχότανε γιὰ τὴν Οἰκουμένη, γιὰ τοὺς διῶκτες
του. Kαὶ χαιρότανε ποὺ θὰ πήγαινε στὸν Xριστό μας, μέσῳ τοῦ μαρτυρίου. Kι ὅταν ἔφθασε
στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου, προσευχήθηκε κι ἔκλινε τὴν κεφαλή του. Kτύπησαν οἱ
στρατιῶται μὲ τὸ ξῖφος, κι ἐκεῖνο, σὰν κεράκι, λύγισε. Oἱ στρατιῶται ἄρχισαν νὰ
κλαῖνε, πέσαν στὰ πόδια του, ζητοῦσαν συγγνώμη, κατάλαβαν τὸ θαῦμα, κατάλαβαν μὲ
ποιὸν εἶχαν νὰ κάνουν, ὁ Ἅγιος, ὅμως τοὺς λέει: «Παιδιά, μὴ μοῦ στερεῖτε τὴ
χαρά. Πάρτε μου τὸ κεφαλάκι, νὰ πάω στὸν Kύριο, κι ἐγὼ θα σᾶς εὐγνωμονῶ καὶ θὰ
προσεύχομαι γιὰ σᾶς, καὶ δὲν θὰ σᾶς ξεχάσω.» Αὐτὴ εἶν’ ἡ Χριστιανοσύνη! Αὐτὸ εἶν’
τὸ μεγαλεῖο! Kαὶ τοῦ ἀπέκοψαν τὴν κεφαλὴ καὶ βγῆκε, ἀντὶ αἵματος, γάλα ἔρευσε.
Kι ἀκούστηκε φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ποὺ ἔλεγε: «Ἀπὸ Παντολέων», ἔτσι τὸν ἔλεγαν,
Παντολέοντα, «ἀπὸ τώρα καὶ στὸ ἑξῆς, θὰ λέγεσαι Παντελεήμων.» Tηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν,
ἦταν ἕνας μικρὸς Θεός. Kαὶ εἶναι ὁ Ἅγιος Παντελεήμων, μὲ τὴν εὐσπλαχνία, τὴν ἀγάπη
καὶ καλοσύνη του.

Ἔφυγε, λοιπόν κι ἐκεῖνος στὰ
304, 27 Ἰουλίου, καὶ πῆγε στὸν οὐρανό, στὸν φιλάνθρωπο Xριστό, στὸν
Μεγαλομάρτυρα τοῦ Γολγοθᾶ, μὰ δὲν ἐγκατέλειψε ποτὲ κι ἐκεῖνος τὴν ἐπίγεια ἄκτιστη
Ἐκκλησία. Eἶναι ἀνάμεσά μας καὶ τρέχει παντοῦ, καὶ θεραπεύει, καὶ πρεσβεύει καὶ
παρακαλεῖ. Kαί, πολλὲς φορές, πάει κι ἐκεῖ ποὺ δὲν τὸν ξέρουν καὶ δὲν τὸν ἐπικαλοῦνται,
καὶ γίνεται αὐτεπάγγελτος βοηθὸς καὶ θαυματουργός.

Ἰδιαίτερη σχέση μὲ τὸν Ἅγιο
Παντελεήμονα εἶχε καὶ ὁ νεότερος Ἅγιος τῶν Ἀθηνῶν, ὁ ἀείμνηνστος καὶ ἐν Ἁγίοις
Nικόλαος Πλανᾶς. Λειτουργοῦσε στὸ ναό του, στὸ Nέο Kόσμο, κι εἶχε δεκατρεῖς οἰκογένειες
τότε ἐκεῖ ἡ ἐνορία, ἦλθε κάποιος ἄλλος ἱερεὺς καὶ παρεκάλεσε τὸν παπα-Nικόλα νὰ
τὸν ἀφήσει νὰ λειτουργήσει, κι ἐκεῖνος τὰ ἐκανόνισε μὲ τοὺς ἐπιτρόπους καὶ τοῦ ἐπῆρε
τὴ θέση. Ὁ Ἅγιος Nικόλαος, στενοχωρήθηκε κι ἔφυγε, ὅμως. Kαὶ στὸ δρόμο ἔκλαιγε.
Kι ἔρχεται ὁ Ἅγιος Παντελεήμονας, νεαρὸς καὶ λαμπερός, καὶ τοῦ λέει: «Παππούλη,
γιατί κλαῖς;» «Kλαίω, γιατὶ μὲ διώξανε.» «Mὴ στενοχωριέσαι», λέει, «παππούλη. Ἐγὼ
θά ’μαι πάντα μαζί σου, θὰ σὲ προστατεύω καὶ θὰ σ’ ἀγαπῶ.» Kι ὁ Γέροντας τὸν
ρώτησε: «Ποιός εἶσαι σύ;» Kαὶ τοῦ εἶπε: «Eἶμαι ὁ Ἅγιος Παντελεήμων, ποὺ μένω ἐδῶ
στὴ γειτονιά.»

Σὲ κάθε ναό του ὁ Ἅγιος εἶν’
ἐκεῖ! Kαὶ κάθε Ἅγιος, στὸ ναό του, σ’ ὅλη τὴν Οἰκουμένη, εἶν’ ἐκεῖ! Γι’ αὐτὸ εἶναι
μεγάλη ἡ χάρη τῶν ναῶν καὶ τῶν ἐκκλησιῶν. Mεγάλη ἡ χάρη τῶν εἰκόνων. Mεγάλη ἡ
χάρη τῶν Ἁγίων. Kαὶ ἕνεκα τῆς ἑνώσεώς τους μὲ τὸν Xριστό, ἔχουν μιὰ σχετικὴ
πανταχοῦ παρουσία οἱ Ἅγιοι. Kαὶ μποροῦν νὰ παρουσιάζονται ταυτοχρόνως σὲ πολλὰ
σημεῖα τῆς γῆς καὶ ὄχι μόνο. Εἶναι πολὺ σημαντικὸ αὐτό! Καὶ πήγαινε ὁ
παπα-Nικόλας κάθε χρόνο καὶ ἔκαμε ἀγρυπνία στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος στὸ
Nέο Kόσμο. Tώρα εἶναι στὸν Ἰλισσὸ ὁ Ἅγιος Παντελεήμων, ἐκεῖ κοντά, λοιπόν. Kαὶ
μιὰ φορὰ πῆγε τόσο ἄρρωστος, μὲ πυρετὸ καὶ λοιπά, καὶ κρυάδες καὶ ποιός ξέρει
τί ἄλλο, ποὺ λειτουργοῦσε μὲ τὸ ζόρι. Ἄρχισε, λοιπόν, τὴν ἀγρυπνία, μετὰ βίας
πολλῆς. Καὶ στὴ Λιτὴ μπῆκε μέσα καὶ ἀκούμπησε τὴν Ἁγια Tράπεζα. Δὲν μποροῦσε ν’
ἀντέξει ἄλλο. Kι ἐκεῖ παρουσιάζεται μπροστά του ὁ Ἅγιος Παντελεήμων. Tοῦ δίνει ἕνα
φάρμακο σ’ ἕνα ποτήρι καὶ τοῦ λέει: «Παππούλη, πιές το, νὰ γίνεις καλά.» «Ποιός
εἶσαι σύ;» λέει. «Ὁ Ἅγιος Παντελεήμων. Ἦλθα νὰ σὲ κάνω καλά.» Tὸ παίρνει, τὸ
πίνει, γίνεται ἀμέσως καλά. Bγαίνει στὴν Ὡραία Πύλη, καὶ λέει: «Δὲν μποροῦσα νὰ
τὸ κρατήσω. Ἦλθε ὁ Ἅγιος Παντελεήμων, μοῦ ἔφερε, λοιπόν», λέει, «τὸ φάρμακο, καὶ
ἔγινα καλά.» Kαὶ τότε ὅλοι κλάψανε, συγκινηθήκανε καὶ κάνανε μιὰ ἀπ’ τὶς
καλύτερες ἀγρυπνίες. Kαὶ πέρασαν ὄμορφα.

Αὐτὸς εἶν’ ὁ Ἅγιος
Παντελεήμων! Ὁ Μεγαλομάρτυς. Στὰ Bυζαντινὰ τὰ χρόνια βοήθησε ἀμέτρητους. Στὴν
Τουρκοκρατία τὸ ἴδιο. Kαὶ σήμερα, ὡσαύτως. Καὶ μέχρι τὴ συντέλεια τοῦ αἰῶνος,
βοηθάει καὶ βοηθάει καὶ βοηθάει.

Ἀρχιμανδρίτης Ἀνανίας
Κουστένης, Θερινὸ Συναξάρι, Τόμος Β´.

***

Εμφάνισις του Αγίου
Παντελεήμονος εις τον Άγιο Νικόλα Πλανά

Πάντοτε την παραμονή του
αγίου Παντελεήμονος, ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς, τελούσε Αγρυπνία στον ιερό ναό
του στον Ιλισσό. Μια χρονιά όμως ήταν άρρωστος με υψηλό πυρετό. Οι δικοί του
τον απέτρεπαν να πάει για την Αγρυπνία. Εκείνος φλεγόταν από αγάπη προς τον
Άγιο. Και πήγε. Όπως έλεγε αργότερα, τη νύχτα, μετά τη Λιτή ακούμπησε,
εξαντλημένος από τον πυρετό, στην άκρη της Αγίας Τραπέζης. Και βλέπει εμπρός
του τον Άγιο «να κρατά ένα μικρό ποτήρι γεμάτο φάρμακο» και του λέει: «Πιέτο,
πάτερ μου, να γίνης καλά». Το πήρε, το ήπιε, έφυγε ο πυρετός, έγινε τελείως
καλά. Και έλεγε: «Επί μίαν εβδομάδα είχα τη γλύκα στο λάρυγγά μου… Το θεώρησα
αμαρτία και αγνωμοσύνη να μη το ειπώ…».

(από το βιβλίο Ο παπα
Νικόλας Πλανάς Εκδόσεις «ΑΣΤΗΡ» Αθήνα 1979. )

***

«Πάτερ, ήρθα να μείνω εδώ»

Ο πατήρ Ευάγγελος Χαλκίδης
κατάγονταν από την Μαγνησία της Μικράς Ασίας. Είχε Πνευματικό του τον εσχάτως
ανακηρυχθέντα άγιον Γεώργιον Καρσλίδην, ο οποίος τον καθωδηγούσε και τον
προετοίμαζε για την ιερωσύνη. Ήταν εφημέριος στον ιερό ναό αγίου Γεωργίου της
Κοινότητος Αγίου Βασιλείου Λαγκαδά. Ο παπα-Βαγγέλης ήταν κατ’ εξοχήν άνθρωπος
της προσευχής και της ησυχίας. Ήταν όντως ενάρετος και μοσχοβολούσε αγιότητα.

Ένα καλοκαιριάτικο μεσημέρι
ο π. Ευάγγελος ήρθε με το λεωφορείο από την ενορία του στην Θεσσαλονίκη. Είχε
ένα σπιτάκι κοντά στην Παναγία Φανερωμένη, όπου έμεναν οικογενειακώς. Η ζέστη
ήταν ανυπόφορη και ο ευλογημένος ιερεύς, κουρασμένος και ιδρωμένος καθώς ήταν,
άνοιξε το παράθυρο και ξάπλωσε λίγο να ξεκουραστή. Καθώς το παράθυρο ήταν
ανοιχτό, έμπαινε ο αέρας και ανέμιζε την κουρτίνα. Όπως ήταν σε κατάσταση
ημιεγρήγορσης βλέπη να μπαίνη ξαφνικά από το παράθυρο ένα παλληκάρι και του
λέει: «Πάτερ, ήρθα να μείνω εδώ». Του απαντά τότε ο παπα-Βαγγέλης: «Βρε, παιδί
μου, πού να μείνης εδώ; Το σπίτι είναι μικρό. Έχω έξι παιδιά και δύο εγώ και η
παπαδιά, είμαστε οκτώ άτομα. Εμείς δύσκολα χωράμε. Πού να σε βάλω να μείνης;».
Το παλληκάρι επανέλαβε: «Πάτερ, ήρθα να μείνω στο σπίτι σου και θα μείνω».

Εκείνη την ώρα χτύπησε το
κουδούνι του σπιτιού. Πήγε και άνοιξε. Ήταν μία ηλικιωμένη μοναχή κι ένας
επίσης ηλικιωμένος ιερέας. Η μοναχή κρατούσε στα χέρια της μία λειψανοθήκη. Του
είπε: «Πάτερ, εδώ έχουμε το χέρι του αγίου Παντελεήμονος. Το είχαμε στο
μοναστήρι μας. Εμείς κάποια μέρα θα πεθάνουμε και το Μοναστήρι θα κλείσει.
Έχουμε ακούσει για σένα. Μάθαμε πως αγαπάς πολύ τους Αγίους και φέραμε το χέρι
του αγίου Παντελεήμονος να σου το παραδώσουμε για να το φυλάξης». Τότε ο π.
Ευάγγελος κατάλαβε ότι ο νέος που του είχε παρουσιασθή προ ολίγου ήταν ο άγιος
Παντελεήμων.

Όταν πήγαινε σε αρρώστους
έπαιρνε μαζί του και το Λείψανο του αγίου Παντελεήμονος για να τους σταυρώνη.
Όποτε άνοιγε την λειψανοθήκη, τα Λείψανά του ευωδίαζαν.

Είχε αρκετά άγια Λείψανα που
ήρθαν στην κατοχή του με θαυμαστό τρόπο. Συνήθως ενεφανίζοντο στον ύπνο του οι
άγιοι και στον κάτοχο των ιερών λειψάνων και μ’ αυτόν τον τρόπο εγίνοντο οι
γνωριμίες και οι ανταλλαγές των λειψάνων.

(Εκ του βιβλίου Ασκητές μέσα
στον κόσμο Β’ – Πατήρ Ευάγγελος Χαλκίδης)

***

Η πρεσβυτέρα είχε όγκο στο
στήθος και εγχειρίστηκε. Μόλις έβγαλαν τον όγκο, δίνουν ένα κομμάτι στον πατέρα
Ευάγγελο να το πάει για βιοψία και να φέρει αμέσως τ’ αποτελέσματα. Μετά την
απάντηση της εξετάσεως, οι γιατροί δεν δίνουν ούτε έξι μήνες ζωής στην άρρωστη.

Η κόρη του παπα-Βαγγέλη
λιποθυμά μόλις το ακούει, ο ίδιος τα χάνει. “Ακου, λέει, γιατροί να το πουν
έτσι ξαφνικά στο παιδί! Στα χέρια του όμως σφίγγει το χέρι του Αγίου
Παντελεήμονα, που έχει φέρει μαζί του, και προσεύχεται.

Βγάζουν την πρεσβυτέρα από
το χειρουργείο. Με λαχτάρα ο πατήρ Ευάγγελος ακουμπά πάνω στις γάζες που
σκεπάζουν το εγχειρισμένο στήθος της πρεσβυτέρας, το χέρι του ‘Αγίου και
γονατιστός προσεύχεται. Εκείνη την ώρα μπαίνει ο χειρουργός με τη μάσκα ακόμη.
Βλέπει τη σκηνή και βάζει τις φωνές.

Τι είναι αυτό το κόκκαλο παπά μου; Πάρτο από δω και τράβα σπίτι σου.
Ζαλισμένος ο καημένος, μαζεύει γρήγορα τ’ αγία λείψανα και προσπαθεί να βρει
την πόρτα. Μεσ’ τη ζάλη του, όμως, ακούει τη νοσοκόμα να φωνάζει το γιατρό στο
τηλέφωνο, που τον ζητά επειγόντως η γυναίκα του.

Το απόγευμα σταματά μια
κούρσα έξω από το σπίτι του ιερέα και με έκπληξη ο παπα-Βαγγέλης βλέπει να
βγαίνει ο γιατρός. Πω! πω! σκέφτεται, ο γιατρός και στο σπίτι μου ακόμα με
κυνηγάει! Με φρίκη, όμως, βλέπει να κατεβαίνει από τ’ αυτοκίνητο και ένας νέος
παραμορφωμένος. Το στόμα του είχε πάει στ’ αυτί του. Αποσβολώθηκε ο παπάς.

-Πάτερ μου, του λέει ο
γιατρός, εκείνο το κόκκαλο το έχεις; Με συγχωρείς, παραφέρθηκα, την ώρα που σ’
έδιωχνα μου τηλεφώνησε η γυναίκα μου, ότι το παιδί μας, που έδινε εκείνη την
ώρα εξετάσεις, έπαθε ξαφνικά αυτήν την πάρεση που βλέπεις.

Κατάλαβα ότι εγώ έφταιξα και
γι’ αυτό σε παρακαλώ πολύ διάβασε μας μια ευχή. Τη διεύθυνση σου στο χωριό την
πήρα από την πρεσβυτέρα.

-Ευχαρίστως παιδιά μου,
ελατέ στο εκκλησάκι. Κράτα αγόρι μου το χέρι του Αγίου και γονάτισε.

Απλώνω στο κεφάλι του νέου
το πετραχήλι και αρχίζω να διαβάζω την ευχή. Καθώς διαβάζω, ακούω θόρυβο κρακ,
κρακ. Σκέφτομαι, τι συμβαίνει άραγε; Τελείωσα και, όταν σηκώθηκε το παιδί, τι
να δουμε, το στόμα του παιδιού είχε επανέλθει στην θέση του! Πατέρας και γιος
ρίχνονται πάνω μου.

-Παπούλη πως να σ’
ευχαριστήσουμε;

-Όχι εμένα, παιδιά μου, το
Θεό και τον Άγιο.

Από τότε για πάρα πολύ καιρό
ερχόταν τακτικά να προσκυνήσουν και να φέρουν και το λάδι για το καντήλι του
Αγίου.

Όσο για την πρεσβυτέρα,
είναι τώρα περισσότερα από είκοσι χρόνια που είναι τελείως καλά χωρίς να κάνει
απολύτως καμμία θεραπεία. Μεγάλωσε τα παιδιά της και ζει στο χωριό προσέχοντας
το εκκλησάκι με τα τόσα άγια λείψανα, μια που δεν υπάρχει πια ο πατήρ Ευάγγελος.

Ο γιατρός πολλές φορές έλεγε
στον παπα-Βαγγέλη: ”Εμείς παπά μου πρέπει να τα κάψουμε τα βιβλία μας”.

Πηγή: Σταχυολογήματα από την
θαυμαστή ζωή του π. Ευαγγέλου Χαλκίδη εφημέριου Αγ. Βασιλείου Λαγκαδά εκδόσεις Ορθόδοξος
Κυψέλη

***

Bλέπει σε όραμα τον Άγιο Παντελεήμονα να
είναι γονατιστός μπροστά στον θρόνο του Θεού και να παρακαλεί

Στην Καλύβα «Άγιος
Χρυσόστομος» της Κουτλουμουσιανής Σκήτης του Αγίου Παντελεήμονος, βρίσκεται
ακόμη στη ζωή και ασκητικά αγωνίζεται ο Μοναχός Δανιήλ, ο οποίος, όπως μας
βεβαίωσε ο ίδιος και από άλλους Πατέρες, πληροφορηθήκαμε, είκοσι και πλέον
χρόνια είναι άρρωστος, πονεί το κεφάλι, η μέση, τα νεφρά, η καρδιά, τα πόδια
και πολλές φορές όλο το σώμα. Σε πολλούς γιατρούς πήγε, πολλές εξετάσεις,
ακτινοσκοπήσεις και ακτινογραφίες έκανε, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Οι
γιατροί δεν βρίσκουν καμιά σωματική οργανική βλάβη ή πάθηση, ο αδελφός όμως
ακόμη υποφέρει από ανεξήγητη ασθένεια, στην οποία δεν μπορούν να τον βοηθήσουν
οι γιατροί και η επιστήμη.

Πριν από λίγα χρόνια, την 27
Ιουλίου, στην αγρυπνία του Αγίου Παντελεήμονος, ο αδελφός Δανιήλ, με πίστη πολύ
και δάκρυα στα μάτια, παρακάλεσε τον Άγιο Παντελεήμονα, προς τον οποίο είπε :
«Άγιε του Θεού και προστάτη της Σκήτης μας, συ που είσαι γιατρός και για την
αγάπη του Χριστού μαρτύρησες και έχυσες το αίμα σου, κάμε αγάπη και παρακάλεσε
τον Δεσπότη Χριστό να μου δώσει την υγεία μου, να μπορώ κι εγώ υγιής να δοξάζω
το όνομά Του και να ψάλλω στις αγρυπνίες».

Λέγοντας αυτά, ο μοναχός
Δανιήλ, από τον πόνο και την κούραση, τον πήρε λίγο ο ύπνος και βλέπει σε όραμα
τον Άγιο Παντελεήμονα να είναι γονατιστός μπροστά στον θρόνο του Θεού και να
παρακαλεί για την υγεία του αδελφού.

Ο μοναχός Δανιήλ, άκουσε τον
Δεσπότη Χριστό να λέει στον Άγιο Παντελεήμονα : «Αδελφέ μου μεγαλομάρτυρα
Παντελεήμονα, μήπως εσύ είσαι πιο σπλαχνικός από μένα; Ή αγαπάς πιο πολύ από
μένα τους ανθρώπους; Γνωρίζω πως για την αγάπη μου έχυσες το αίμα σου, αλλά
μήπως εγώ δεν έχυσα και για την ψυχική σωτηρία των ανθρώπων δε χύνω κάθε μέρα
το αίμα μου; Μάθε ότι θέλημά μου είναι και συμφέρει πολλές φορές το σώμα να
είναι άρρωστο για να σωθεί η ψυχή. Έτσι θέλω πολλοί άνθρωποι να σωθούν».

Όταν άκουσε αυτά, ο αδελφός
Δανιήλ, ξύπνησε και δόξασε το όνομα του Θεού, ευχαρίστησε και τον Άγιο
Παντελεήμονα για την προσπάθεια και μεσιτεία του, κι αμέσως, όπως μας είπε ο
ίδιος, έφυγε ένα βάρος από πάνω του και πληροφορήθηκε, πως πρέπει να φέρει με
υπομονή, με χαρά και με ευχαρίστηση τον Σταυρό και την κατάσταση της ασθένειάς
του.

Απόσπασμα από το βιβλίο :
“Το Γεροντικό του Αγίου Όρους”, Ανδρέου Μοναχού Αγιορείτου, τομ. Α΄,ΑΘΗΝΑΙ
1980, σσ. 287 – 288.

***

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

– Γέροντα, εγώ είμαι
άρρωστος. Κάνε προσευχή να γίνω καλά.

– Δε σε συμφέρει να κάνω
προσευχή γι’ αυτό το θέμα. Αν κάνεις υπομονή με πίστη στο Θεό, τότε θα πάρεις
σύνταξη από το “υγειονομικό” που είναι μεγαλύτερη από του ΟΓΑ!

Κάποτε, ένας άρρωστος
παρακαλούσε τον Άγιο Παντελεήμονα να τον κάνει καλά. Ο Άγιος, όμως, δεν τον
έκανε. Εκείνος επέμενε και παρακαλούσε συνέχεια. Στο τέλος, τον θεράπευσε.

Όταν αυτός πέθανε και πήγε
στην άλλη ζωή, είδε ότι έχασε πολλά στεφάνια ένεκα της θεραπείας του. Τότε λέει
στον Άγιο Παντελεήμονα:

“Γιατί με έκανες καλά; Εσύ
γνώριζες ότι θα χάσω τα στεφάνια, γι’ αυτό δεν έπρεπε να με θεραπεύσεις”.

Έτσι, βρήκε και το μπελά του
ο Άγιος Παντελεήμων!

***

– Γέροντα, μέχρι ποιο σημείο
πρέπει να αφήσω τον εαυτό μου στα χέρια του Θεού σε θέματα υγείας;

– Πρώτα θα εμπιστευθείς τον
Θεό, και μετά τον Θεό θα εμπιστευθείς τον άνθρωπο, τον γιατρό.

– Μια δύσκολη αρρώστεια,
Γέροντα, πως πρέπει να την αντιμετωπίζουμε;

– Πριν καταφύγετε σε
γιατρούς, να προηγείται προσευχή, αγρυπνία, για να βοηθήσει ο Θεός και να
φωτίσει τους γιατρούς. Βάλτε και λίγο λαδάκι από την καντήλα του Αγίου
Αρσενίου, πιείτε και λίγο αγιασμό, διαβάστε και κανένα ψαλμό.

– Γέροντα, εξ αιτίας της
αρρώστειας μου δεν ανταποκρίνομαι στα πνευματικά μου καθήκοντα και αυτό με
στενοχωρεί

– Και τίποτε να μην κάνεις,
τώρα που είσαι άρρωστη, ούτε κομποσχοίνια, ούτε μετάνοιες, μόνο «δόξα σοι ο
Θεός » να λες, αυτό αρκεί.

– Όταν, Γέροντα, είμαι
άρρωστη και πονάω, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ στην προσευχή.

– Η προσευχή σ’ αυτήν την
περίπτωση έχει και κόπο και πολύ πόνο. Έχει και άσκηση, γι αυτό εισακούεται πιο
πολύ από την προσευχή που κάνεις, όταν είσαι καλά. Να αγαπάμε λίγο και τον
πόνο. Η αρρώστια είναι μεγάλη ευλογία για τον άνθρωπο. Όταν ο άνθρωπος το καταλάβει
αυτό, την δέχεται με χαρά και ψάλλει με χαρά: «Ευλογήσω τον Κύριον εν παντί
καιρώ ».

***

Το εκκλησάκι του Αγίου
Παντελεήμονα μ’ έσωσε απ’ τους αντάρτες.

Από γραφικό χωριό του Πηλίου
ήταν ο Στρατής. Θεοσεβής άνθρωπος, με πολλή πίστη, όπως και η οικογένειά του.
Συχνά, όταν ήθελε λίγο να ξαποστάσει από τη δουλειά, πήγαινε στο εκκλησάκι του
Αγίου Παντελεήμονος, κοντά στο σπίτι τους, και προσευχόταν εκεί.

Το φρόντιζε κιόλας, με
ιδιαίτερη μάλιστα επιμέλεια την καθαριότητά του, το άναμμα των καντηλιών…

Στα δύσκολα χρόνια του
εμφύλιου σπαραγμού, μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα, ο Στρατής
κλήθηκε να υπηρετήσει στις τάξεις του εθνικού στρατού, απέναντι στους αντάρτες,
που κινούνταν από ξένα, ανθελληνικά κέντρα.

Συμμετείχε σε πολλές
επιχειρήσεις επάνω στα βουνά, αλλά ένα περιστατικό που έζησε στο Γράμμο δεν
μπορούσε να το ξεχάσει έπειτα σε όλη την υπόλοιπη ζωή του.

Βρέθηκαν – θυμόταν – με τον
λόχο του σ’ ένα οροπέδιο. Η αναμέτρηση με τους αντάρτες σκληρή. Τα πυρά
καταιγιστικά κι από τις δύο πλευρές. Κάποια στιγμή κατάλαβε ο διοικητής τους
πως θα κυκλώνονταν από εκείνους.

– Πάμε χαμένοι όλοι μας,
παιδιά, τους φώναξε. Κανένας μας δεν θα βγει ζωντανός, αν καταφέρουν να μας
περικυκλώσουν. Για τον λόγο αυτό πρέπει αμέσως τώρα να υποχωρήσουμε, προτού
προλάβουν να μας κλείσουν ανάμεσά τους.

Να, από δω θα φύγουμε, είπε,
και τους έδειξε ένα μονοπάτι.

Άφησαν τις θέσεις τους και
πήραν το μονοπάτι. Όλοι τους. Εκτός από έναν: τον… Στρατή.

Πως έμεινε αυτός πίσω, πως
τους έχασε, ούτε κι ο ίδιος το κατάλαβε.

Το γεγονός είναι ότι
παρέμεινε πίσω μόνος, χωρίς ούτε και το μονοπάτι να δει, από που έφυγαν οι
άλλοι… Κι ο τόπος γύρω άγριος, δασωμένος…

– Πάει, χάθηκα, μονολόγησε.
Ή οι αρκούδες θα με φάν ή… οι αντάρτες – και σαν να λύγισαν τα γόνατά του απ’
τον τρόμο και την απελπισία.

Τότε ακριβώς ήταν που
θυμήθηκε:

– Άγιε μου Παντελεήμων, μη
μ’ αφήσεις να χαθώ. Σώσε με! φώναξε με τη σκέψη του, κι ακόμα πιο πολύ με την
ψυχή του.

Άρχισε να περπατά μες στο
δάσος μη και βρει κανένα μονοπάτι, να ξεφύγει. Δεν είχε κάνει πολλά βήματα και,
νάσου, μπροστά του ένα ξωκκλήσι.

– Ώωω…

Έτρεξε προς την ξύλινη πόρτα
του. Κατέβασε το μάνταλο κι εκείνη άνοιξε. Μπήκε μέσα. Αληθινό καταφύγιο.

– Δόξα τω Θεώ! Σώσε με, Θεέ
μου, Παναγία μου, Άγιε μου… Κοιτάει… τι να δει; Δίπλα απ’ την εικόνα της
Παναγίας στο τέμπλο, ο άγιος Παντελεήμων!

– Άγιε μου! Άγιε μου! Τυχαίο
είναι αυτό; Τυχαίο; Σ’ ευχαριστώ, Άγιε μου. Σώσε με, σε παρακαλώ.

Δεν πέρασε πολλή ώρα, και
ακούει βοή, ποδοβολητό. Κοιτάει απ’ το παραθύρι…

Διμοιρία ολόκληρη από
αντάρτες περνούσε έξω από την εκκλησία, ξυστά στον τοίχο.

– Αν ανοίξει τώρα κανείς την
πόρτα, χάθηκα, μονολόγησε. Άγιε μου! Έφυγαν όλοι τους.

– Σ’ ευχαριστώ. Μου έσωσες
τη ζωή. Σ’ ευχαριστώ…

Κάποτε βγήκε απ’ το
ξωκκλήσι. Ζήτημα αν είχε περπατήσει πέντε λεπτά, και να, ένας συνάδελφος
μπροστά του.

– Που είσαι, μωρέ; Σε
χάσαμε. Που σαι; Τι ναι αυτό που μας έκανες; Πάει αυτός, είπαμε.

– Και πως με βρήκες τώρα
εσύ;

– Μ’ έστειλε ο Διοικητής να
ρθω πίσω να σε βρω. Θα τον βρω, έλεγα, ζωντανό ή;…

– Να ναι καλά το εκκλησάκι
του Αγίου Παντελεήμονα. Αυτό μ’ έσωσε απ’ τους αντάρτες.

– Ποιο εκκλησάκι;

– Του Αγίου Παντελεήμονα.

– Ποιο εκκλησάκι του Αγίου
Παντελεήμονα, Χριστιανέ μου; Είσαι στα καλά σου; Μπας και έπαθες τίποτα; Δεν
υπάρχει εδώ κανένα εκκλησάκι. Απ’ αυτά τα μέρη είμαι εγώ και τα ξέρω σαν την
παλάμη μου. Εγώ έδειξα στο Διοικητή από που θα φύγουμε…

– Με κοροϊδεύεις; Εδώ πιο
πάνω είναι, εκατό βήματα από δω.

– Πάμε, λοιπόν.

– Πάμε.

Πήγαν. Αλλά εκκλησάκι δεν
υπήρχε πουθενά… Άρχισε να ιδρώνει ο Στρατής.

– Δεν είναι δυνατόν… δεν
είναι δυνατόν… Δεν το πιστεύω… Μα δεν είναι δυνατόν…!

– Καλά, Στρατή, αν βρεις
εκκλησάκι, σφύρα! είπε ο άλλος, μισογελώντας με την αγωνιώδη αναζήτηση του
Στρατή και σκεπτόμενος ότι μάλλον απ’ την αγωνία του… κάτι το μυαλό του… Δεν
ήταν, βλέπεις, και πολύ πιστός ο ντόπιος στρατιώτης.

Όμως ο Στρατής πως να το ξεχάσει
αυτό; Ξεχνιέται; Και πως να μην το διαλαλεί από κει κι έπειτα παντού, σε όλη
την υπόλοιπη ζωή του, τι θαύμα του έκανε ο άγιος Παντελεήμων!

Πως τον έσωσε απ’ τους
αντάρτες!…

Περιοδικό «Ο Σωτήρ»,

15 Ιουλίου 2017 – Τεύχος
2159

***

Ο Άγιος Παντελεήμων, «το
χρυσό παλληκάρι» του Γερο-Θεοφύλακτου Νεοσκητιώτη

Παντελεήμονος μεγαλομάρτυρος
Ανάργυροι
sv.panteleymon_bigΚάποτε, στο ασκητικό σώμα του
Γερο–Θεοφύλακτου εκδηλώθηκε και διαγνώστηκε καρκίνος. Για το λόγο αυτό,
ετοιμάσθηκε από τους πατέρες ο παππούς και μετέβη κάτω στην Αθήνα. Εκεί
φιλοξενήθηκε από την ανιψιά του, την Θεώνη, η οποία ανέλαβε και όλα τα ζητήματα
της ασθενείας του.

Η ίδια εκμυστηρεύθηκε στους
πατέρες ότι οι γιατροί τού έδωσαν όλο κι όλο είκοσι μέρες ζωή. Κατόπιν, με τη
συμφωνία των πατέρων, έμενε στην Καλύβη των «Αβραμαίων» για να του δοθεί η
καλύτερη περιποίηση για όσο διάστημα ζήσει. Του άρχισαν τη θεραπεία με τα
φάρμακα κατά του καρκίνου, αλλά ο ίδιος δεν ήθελε με τίποτα να τα πάρει.
«Πονάω!», έλεγε, «δεν θέλω να τα πάρω!… Αφήστε με!..». Κι έτσι οι πατέρες,
κάνοντας υπακοή σε αυτή του την επιθυμία, δεν του δίνανε καθόλου φάρμακα
γνωρίζοντας τα αποκαρδιωτικά προγνωστικά των γιατρών.

Όταν πέρασε ο καιρός, ο
παππούς ζήτησε να πάει και πάλι στους γιατρούς. Οι Γεροντάδες, όμως, δεν ήθελαν
να τον αφήσουν να πάει για να μην καταταλαιπωρηθεί. Ο νεαρός, τότε, π. Ανδρέας
των «Αβραμαίων» γυρίζει και του λέει απροκάλυπτα:

–Παππού, έχεις καρκίνο και
σε λίγες μέρες θα πεθάνεις! Τι θες, πάλι, τους γιατρούς;…

Τότε, χωρίς να δείξει την
παραμικρή ανησυχία γι’ αυτό, γιατί προφανώς το ήξερε, λέει:

–Παιδί μου, θαύμα!… Μεγάλο
θαύμα!…

Και σταυροκοπήθηκε.

Και με μεγάλη κατάνυξη
άρχισε να διηγείται:

–Όταν ήμουν στο νοσοκομείο
μπήκαν μέσα στο θάλαμο τρεις νέοι άνδρες· και ο ένας απ’ αυτούς φαινόταν σαν
«αρχηγός» τους, πιο ισχυρός.

Με ρώτησε:

–Τι έχεις;

Κι εγώ του είπα:

–Παιδί μου, δεν μπορώ!…

Τότε, μ’ έπιασε τον καρπό
του χεριού, σαν να μου μέτραγε το σφυγμό, και μου είπε:

–Καλά πάμε!

Κι έφυγε, αφήνοντάς μου μια
αγαλλίαση εσωτερική. Όταν ήλθα πίσω στη Σκήτη, ακούω έξω μια «οχλαγωγία» και
βλέπω όλους τους είκοσι αγίους Αναργύρους και τον προεξάρχοντα ηγέτη τους, «το
χρυσό μου το παλικάρι» –έτσι αποκαλούσε τον άγιο Παντελεήμονα–, να έρχεται
κοντά στο κρεβάτι μου και να μου λέει:

–Τί ’ν’ όλ’ αυτά τα φάρμακα;
Άφησέ τα, αυτά!…

Και τά ’ριξε κάτω στο πάτωμα
κι άφησε μόνο δύο απ’ αυτά, λέγοντάς μου:

–Απ’ αυτά θα πάρεις μόνο!

Κι από τότε, είμαι καλά!…

Γι’ αυτό δεν ήθελε να πάρει
πλέον τα φάρμακα! Γιατί «το χρυσό του το παλικάρι» τού τα πέταξε κάτω από το
τραπέζι και τον είχε ήδη θεραπεύσει! Ο παππούς ο Γερο–Θεοφύλακτος μετά απ’ αυτό
το θαύμα έζησε όχι για είκοσι μέρες, όπως διέγνωσαν αρχικά οι γιατροί, αλλά
τουλάχιστον για έξι χρόνια ακόμη. Έπειτα, επέτρεψε ο Θεός τον καρκίνο που εμφανίστηκε
και πάλι κι έφυγε πραγματικά σαν πουλάκι!…

***

Ο πόλεμος, τον οποίο είχε
σχεδόν μόνιμα, ο ευλαβέστατος αυτός αγωνιστής του Πνεύματος, ήταν ένα είδος
λύπης, περίπου κάτι σαν μελαγχολία, που συχνά τον τυραννούσε, ιδιαίτερα, μετά
το θάνατο του αγαπημένου Γέροντός του, του πατρός Ιωακείμ Σπετσιέρη. Στις
δύσκολες στιγμές, όταν πιεζόταν από αυτόν τον πόλεμο κι έχανε σαν άνθρωπος το
θάρρος του, εισερχόταν μέσα στη μικρή του εκκλησία κι έλεγε το παράπονό του
προς τους προστάτες του αγίους Αναργύρους, οι οποίοι, με κάποια δική τους
θεωρία πάντα τον παρηγορούσαν ανάλογα.

Άλλοτε πάλι, έλεγε ο ίδιος,
είχα πόλεμο, και απόγνωση με μάστιζε τρομερά. Γνώριζα, βέβαια, ότι αυτό είναι
πόλεμος του εχθρού, αλλά δεν μπορούσα ν’ απαλλαγώ! .. Αφού κάθισα να
ξεκουραστώ, βλέπω μία ομάδα ανθρώπων διαφορετικής ηλικίας να ανεβαίνει από τον
δρόμο του Κυριακού προς τα πάνω, πού ήταν η δική μου καλύβη και μιλούσαν μεταξύ
τους. Εγώ πρόσεχα ποιοί ήσαν και πού πήγαιναν. Όταν πέρασαν το σταυροδρόμι και
πλησίασαν την δική μου εξώπορτα, σταμάτησαν για λίγο και τους ακούω να λέγουν
ευκρινώς: «Δεν περνάμε κι από το καταγώγιό μας;». Πράγματι, άνοιξαν την πόρτα
μου και μπήκαν μέσα με την σειρά ψάλλοντας το δικό τους απολυτίκιο:

«Την εικοσάριθμον ένθεον φάλαγγα, την
εξαστράπτουσαν χάριν ουράνιον, των Αναργύρων των λαμπρών το στίφος
ανευφημούμεν…»

Έβλεπα να προπορεύεται απ’
όλους πιο μπροστά ο άγιος Παντελεήμων: νεαρός, ξανθός, μεγαλοπρεπής και με
παράσημο ιατρικής στο στήθος του, και ακολούθησαν και οι υπόλοιποι άγιοι
Ανάργυροι ψάλλοντας μελωδικότατα όλο τους το τροπάριο. Ανέβηκαν την σκάλα της
καλύβης στον επάνω όροφο πού είναι η εκκλησία τους, μπήκαν μέσα, στάθηκαν με
την σειρά στους δύο χορούς και άρχισαν να ψάλλουν τροπάρια από την ακολουθία
τους. Όταν τελείωσαν την ψαλμωδία, γύρισαν πίσω και έφυγαν προς το επάνω μέρος
της Σκήτης, αφού μου άφησαν την ευλογία τους και πολλή παρηγοριά και για μέρες
ήμουν γεμάτος χαρά και πνευματική ευτυχία».

Πολλές φορές έβλεπε «το
χρυσό του παλληκάρι», όπως συνήθιζε να αποκαλή τον άγιο Παντελεήμονα, τον
προεξάρχοντα των αγίων Αναργύρων.

«Για μένα, λέγει ο π. Ιωσήφ,
ο Γέρων Θεοφύλακτος, όταν έπασχε το στομάχι μου, παρεκάλεσε πολύ τον άγιο
Παντελεήμονα και τον είδε στο ναό του, και του είπε ότι θα γίνω καλά και να μη
κάμω εγχείρηση την οποίαν είχαν αποφασίσει οι θεράποντες ιατροί μου. Είχα έλκος
προχωρημένης μορφής και καμία δίαιτα ούτε φάρμακο μου πρόσφερε τίποτε. Μετά από
την αποχή από όλα όσα με έβλαπταν περισσότερο από δυο χρόνια δεν υπήρχε άλλη
λύση από την εκτομή. Τότε επενέβη ο ένδοξος μεγαλομάρτυρας του Χριστού, ο
συμπαθέστατος Παντελεήμων, και παράγγειλε στον γέροντα Θεοφύλακτο να μου πει
επιτακτικά να μη κάμω εγχείρηση, άλλα να το αφήσω στην πρόνοια της Παναγίας
μας. Αμέσως θεραπεύθηκα τελείως, για να το διαπιστώσω δε και πρακτικά
επισκέφθηκα τους θεράποντες ιατρούς μου, οι οποίοι γνώριζαν την ασθένειά μου σε
όλη της την έκταση για να μου πουν τώρα σε ποιά κατάσταση βρίσκομαι. Μου έκαμαν
ακτινοσκόπηση και δεν βρήκαν απολύτως τίποτε, παρά μόνο μικρή ουλή παλιάς
επουλωμένης πληγής».

Πηγή: ιερ. Προδρόμου: «Ο
Γέρων Θεοφύλακτος ο Νεοσκητιώτης» Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος, 2007 – Γέροντος Ιωσήφ,
Οσίων Μορφών Αναμνήσεις, .

(Το πιο πάνω θαυμαστό
περιστατικό το διηγήθη ο ίδιος ο γέρων Θεοφύλακτος ο Νεοσκητιώτης στον Γέροντα
Ιωσήφ. Εκοιμήθη στις 28 Ιουλίου 1986, την επομένη της εορτής του Αγίου
Παντελεήμονος κι ένας ιερεύς της σκήτης που έκανε σαρανταλείτουργο υπέρ
αναπαύσεως της ψυχής του, είδε τον Γέροντα Θεοφύλακτο αναπαυμένο με πολλή δόξα
σε ολόφωτο ανάκτορο…).

Η
Χώρα αντιμετωπίζει λογοκρισία στα κοινωνικά δίκτυα.

Πηγή:

https://iconandlight.wordpress.com/2023/07/26/%ce%bf-%ce%ac%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%82-%cf%80%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%ae%ce%bc%cf%89%ce%bd-%ce%b5%ce%af%ce%bd%ce%b1%ce%b9-%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%bc%ce%b5%cf%83%ce%ac-%ce%bc%ce%b1%cf%82/

https://iconandlight.wordpress.com/2018/07/26/%CF%80%CE%AC%CF%84%CE%B5%CF%81-%CE%AE%CF%81%CE%B8%CE%B1-%CE%BD%CE%B1-%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CF%89-%CE%B5%CE%B4%CF%8E-%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BB/

https://iconandlight.wordpress.com/2018/07/26/22845/

https://iconandlight.wordpress.com/2021/07/26/%ce%ac%ce%b3%ce%b9%ce%b5-%ce%bc%ce%bf%cf%85-%cf%80%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%ae%ce%bc%cf%89%ce%bd-%ce%bc%ce%b7-%ce%bc-%ce%b1%cf%86%ce%ae%cf%83%ce%b5%ce%b9%cf%82-%ce%bd%ce%b1/

Από Giorgis

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *