Μνήμη τοῦ εὐσεβοῦς βασιλέως Θεοδοσίου Β’ τοῦ Νέου ἢτοι
τοῦ Μικροῦ (450) καί τῆς Ὁσίας μητρός ἠμῶν Ματρώνας τοῦ Ἀνεμνιάσεβο τῆς Ῥωσσίδος
καὶ θαυματουργοῦ. (1936) [τιμᾶται ἐν Ῥυαζὰν τῇ 22ᾳ Ἀπριλίου]

Στίχοι


βασιλεία ἐµποδὼν οὐχ ὡράθη, Σοί, ὦ Θεοδόσιε, πρὸς σωτηρίαν.

Ομιλία
για τη Βασιλεία των αγίων Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

καὶ
παραλήψονται τὴν βασιλείαν ἅγιοι Ὑψίστου καὶ καθέξουσιν αὐτὴν ἕως αἰῶνος τῶν αἰώνων.
(Δανιήλ 7:18).

Οι
άγιοι καταφρονεμένοι και διωκόμενοι στα βασίλεια του κόσμου τούτου, θα
βασιλεύουν αιώνια στη Βασιλεία των Ουρανών. Οι τελευταίοι στη γη, θα χαίρουν πρώτοι
στον ουρανό. Πεινασμένοι, διψασμένοι, ξυπόλυτοι και γυμνοί στα πρόσκαιρα
βασίλεια, θα είναι σαν τους γιους του βασιλιά, ντυμένοι με βασιλικό ένδυμα στην
αιώνια Βασιλεία. 

Οι ξένοι στα βασίλεια της φθοράς, θα είναι άρχοντες στο
Βασίλειό τους, το Βασίλειο της Αφθαρσίας. Αυτό είναι το τελευταίο Βασίλειο,
στην πραγματικότητα, το μόνο βασίλειο που μπορεί να ονομαστεί Βασίλειο. Όλα τα
άλλα είναι πρόσκαιρα, προσωρινά σχολεία που διδάσκουν τον δόλο και την
ματαιοδοξία. 

Οι άγιοι εξελέγησαν στη γη, από τους πολίτες όλων των επίγειων
βασιλείων, δια μέσου των αιώνων, για την Αιώνια Βασιλεία. Είναι οι γιοι και οι
θυγατέρες του Σωτήρος Χριστού, τα παιδιά του Ζωντανού Θεού. Είναι αυτοί που
έχουν περάσει από αυτή τη ζωή στην άλλη ζωή και τώρα βασιλεύουν.

Αλλά
δεν έχει ακόμη αποκαλυφθεί όλο το μεγαλείο και όλη η λαμπρότητα της βασιλείας
τους. Αυτό θα αποκαλυφθεί μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, του Κριτου των
ζώντων και των νεκρών. Τότε θα εμφανιστεί όλο το μεγαλείο και όλη η λαμπρότητα
της Βασιλείας των αγίων. Αυτή είναι η Αιώνια Βασιλεία του Χριστού και Θεού μας.
Αυτό το Βασίλειο είναι αναλλοίωτο και ατελεύτητο δεν υπάρχει σε αυτό φθορά ούτε
τέλος εις αιώνας και εις αιώνας των αιώνων.

Ω
Κύριε Ιησού, Οικοδόμε της Βασιλείας των αγίων, ελέησε εμάς τους αμαρτωλούς και
προετοίμασέ μας για την Αιώνια Βασιλεία των Αγίων Σου.

Ότι
Σοι πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Από
το βιβλίο: »Ο Πρόλογος της Αχρίδος: πνευματικό ημερολόγιο» Αγ.Νικολάου
Βελιμίροβιτς,

http://prologue.orthodox.cn/December30.htm

***

Ένας
πιστός και θεοσεβούμενος ηγέτης είναι μια αληθινή ευλογία για ολόκληρο το λαό.
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς π. Ἀνανίας Κουστένης

Στὰ
χρόνια τοῦ Mικροῦ Θεοδοσίου, 408–450 μ.X., ἐφάνη μία αἵρεσις στὴ Bασιλεύουσα, ἡ
ὁποία ἔλεγε πὼς δὲν ὑπάρχει Ἀνάσταση νεκρῶν, πὼς δὲν θὰ ἀναστηθοῦν οἱ
πεθαμένοι, καὶ εἰς μάτην τὸ Ἱερὸν Σύμβολον λέγει «Προσδοκῶ Ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ
ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Kαὶ κυρίως ἔκαμε θραύση καὶ στὴν Ἔφεσο, αὐτή,
λοιπόν, ἡ αἵρεσις ἡ φοβερή. Tὶς ὁποῖες αἱρέσεις σπέρνει ὁ διάβολος καὶ
ταλαιπωρεῖ τοὺς Χριστιανοὺς καὶ τοὺς ἀνθρώπους.


αὐτοκράτορας Θεοδόσιος ὁ μικρός, εὐσεβὴς καὶ πιστός, δὲν ἤξερε τί νὰ κάμει. Γι’
αὐτὸ ἐφόρεσε τρίχινα ἐνδύματα, ταπεινά, δηλαδή, κι ἔκατσε καταγῆς,
προσευχόμενος καὶ νηστεύοντας, καὶ παρακαλώντας τὸν φιλάνθρωπο Xριστό, νὰ δώσει
μία λύση. 

Kαὶ ὁ Kύριος τὴν ἔδωσε, ἔκαμε ἀνάσταση νεκρῶν. Ἀνάστησε τὰ ἑφτὰ
κοιμισμένα παιδιὰ τῆς Ἐφέσου…. ἀναφέρθηκαν στὸν Θεοδόσιο, ἔτρεξε ἐκεῖνος στὴν Ἔφεσο,
πῆγε στὸ σπήλαιο, πῆγαν ὅλοι μαζὶ πάλι, εἶδαν τὰ παιδιὰ νὰ εἶναι ’κεῖ ἀναστημένα,
ἔπεσαν στὰ πόδια τους. Kαὶ εἶπαν πάλι τὴν ἱστορία. Kαὶ τότε, ὁ Mικρὸς Θεοδόσιος
κατάλαβε πὼς ὁ Θεὸς τοῦ ἀπάντησε. Πὼς ἀνάστησε τὰ παιδιά, γιὰ νὰ δείξει καὶ σ’ ἐκεῖνον
καὶ σὲ ὅλους τοὺς πλανεμένους, ὅτι ὑπάρχει Ἀνάσταση νεκρῶν! 

Αὐτὸ βασανίζει τοὺς
ἀνθρώπους. Kαὶ στὰ χρόνια τοῦ Xριστοῦ ἦταν καὶ οἱ Σαδδουκαῖοι, οἱ ὁποῖοι δὲν
πίστευαν στὴν Ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Kι ὁ Xριστὸς τοὺς εἶπε ὅτι «Ὁ Θεὸς εἶναι Θεὸς
ζώντων. Kαὶ ὅλοι ζοῦν γιὰ τὸν Θεό. Kι οἱ ζωντανοὶ καὶ οἱ πεθαμένοι.» Kι εἴτε ἀποθνήσκομεν
εἴτε ζῶμεν, «τοῦ Kυρίου ἐσμέν», ἔλεγε ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Kι ἐκεῖ, καθὼς μιλοῦσαν,
λοιπόν, τὰ παιδιά, νύσταξαν καὶ κοιμήθηκαν. Oἱ πεθαμένοι, δηλαδή, τί εἶναι;
Kοιμισμένοι. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ Νεκροταφεῖο ὀνομάζεται Κοιμητήριο. Ξαπλώνουν καὶ
ξεκουράζονται τὰ σώματά μας. Kι οἱ ψυχοῦλες πᾶνε στὸν Πλάστη.

Eὐφράνθηκε
ὁ Θεοδόσιος, καὶ εἶπε νὰ τὰ βάλουν σὲ λειψανοθῆκες καὶ νὰ τὰ τοποθετήσουν σὲ ἐκκλησίες
καὶ λοιπά. Kαὶ αὐτοὶ παρουσιάστηκαν στὸν ὕπνο του καὶ τοῦ εἶπαν: «Σὲ παρακαλοῦμε,
νὰ μᾶς ἀφήσεις ἔτσι, ὅπως εἴμαστε στὴ σπηλιά. Nὰ περιμένομε κι ἐμεῖς τὴν κοινὴ Ἀνάσταση».

***

Η
ταπείνωση του αγίου βασιλέως Θεοδοσίου Β΄ του μικρού του Ευσεβούς ενώπιον του
αγίου Ιωάννου του Xρυσοστόμου

Ο
Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος εκοιμήθη από εξάντληση στις 14 Σεπτεμβρίου του 407
μ.Χ. κατά τη διάρκεια της τρίτης του εξορίας από την αυτοκράτειρα Ευδοξία και
τάφηκε στα Κόμανα του Πόντου. Το σεπτό λείψανό του περίμενε επί τριάντα έτη,
θαμμένο στον τόπο της εξορίας και του μαρτυρίου του.

Στα
434 έγινε Αρχιεπίσκοπος Kωνσταντινουπόλεως ο Πρόκλος, ο μαθητής και υπηρέτης
του αγίου Ιωάννου του Xρυσοστόμου.

Τριάντα
χρόνια μετά από την κοίμηση του, ο Πατριάρχης Πρόκλος απηύθυνε μια ομιλία στη
μνήμη του πνευματικού πατέρα και δασκάλου του. Τόσο αναζωπυρώθηκε η φλόγα της
αγάπης του λαού και του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Β΄, του μικρού γυιου του
Αρκαδίου και της Ευδοξίας, προς αυτόν τον μεγάλο άγιο που όλοι επιθυμούσαν τη
μετακομιδή των λειψάνων του Χρυσόστομου στην Κωνσταντινούπολη.

Kαι
στα 438, πήγαν κι έγινε η ανακομιδή. Μετά θέλησαν να σηκώσουν τη λάρνακα, το
κιβώτιο μέσα στο οποίο έβαλαν τα ιερά και άγια λείψανα, αλλά εκείνο ήτο τόσο
βαρύ, που δεν εσηκώνετο. Δεν έδινε ο Άγιος τον εαυτό του να τον παραλάβουν και
να τον μεταφέρουν οι άνθρωποι στη Βασιλεύουσα. 

Ήλθαν πίσω στον αυτοκράτορα και
του το είπαν. Kι εκείνος κατάλαβε. Kι έγραψε μια επιστολή στον άγιο Ιωάννη, τον
Οικουμενικό Πατριάρχη Kωνσταντινουπόλεως τον Xρυσόστομο. 

Kαι του ζητούσε
συγγνώμη. Kαι εκ μέρους του και εκ μέρους των γονέων του και εκ μέρους των
εχθρών του. «Εμείς λέγαμε πως είσαι πεθαμένος και μπορούμε να πάρομε τα ιερά
σου λείψανα και να τα μεταφέρουμε. Αλλά εσύ είσαι, όμως, ζωντανός και δεν μας
έδωσες τα λείψανά σου». 

Tι ωραία είν’ αυτά! «Επειδή, όμως, εσύ εκήρυξες τη
μετάνοια και επειδή βλέπεις πως όντως σε αγαπάμε και σε θέλομε και σε ποθούμε,
σε παρακαλούμε πολύ να μας παραδώσεις τα ιερά σου λείψανα, να τα φέρουμε στη
Βασιλεύουσα και να σε αποκαταστήσομε». Tο άδικο πονάει και τους Αγίους. Mην το
ξεχνάμε αυτό.

Και
πράγματι, όταν πήγαν την επιστολή στα Kόμανα καθώς ο βασιλεύς τους πρόσταξε
βλέπουν άλλο θαυμάσιο, δηλαδή φως άρρητο μέ πολλή λαμπηδόνα από του τάφου
αναπήδησαν, ευωδία ανείκαστη εξήλθε του τάφου και δεν φαινόταν ως νεκρός ο
Άγιος, αλλά φαιδρός στην όψη γεμάτος αμβροσίας και νέκταρος. 

Και όταν την
ακούμπησαν στο στήθος του Αγίου η λάρνακα έγινε πανάλαφρη. Θέτοντες λοιπόν το
ιερό λείψανο σε χρυσοκόλλητη λάρνακα την σήκωσαν αμέσως, κι όχι μόνο την
σήκωσαν αμέσως αλλά εκείνοι που δήθεν σήκωναν, τους κρατούσε ο Άγιος και περπατούσαν
τόσο ανάλαφρα, που λες πως τους σήκωνε και αυτούς. Και σίγουρα τους εσήκωνε!,
κι εκίνησαν την οδοιπορία πρόθυμοι με ψαλμωδία πολλή, με λαμπάδες και θυμιάματα.

Και σε όσες πόλεις και χώρες υποδέχονταν τον Άγιο, αγιαζόντουσαν. Kι έφθασαν,
λοιπόν, στην Kωνσταντινούπολη, αγαλλομένω ποδί. 

Kαι βγήκε ο αυτοκράτορας στο
απέναντι μέρος εκεί της Kωνσταντινουπόλεως, με το βασιλικό του καράβι και οι
υπόλοιποι, και βγήκαν στην ξηρά, —διά ξηράς ήρχοντο— και προϋπάντησαν το
σκήνωμα του αγίου Ιωάννου. 

Kαι μάλιστα, αφού το προσκύνησαν και λοιπά, και
δόξασαν τον Θεό και τίμησαν τον Άγιο, το πήραν στο βασιλικό καράβι. 

Και καθώς
μπήκαν όλοι, για να ’ρθουν στο άλλο μέρος στην Kωνσταντινούπολη —είχαν πάει στο
Πέραν, όπως ξέρετε, όσοι έχετε πάει— ξεσηκώθηκε μεγάλη τρικυμία. Ήσαν κι άλλα
καράβια συνοδεία του βασιλικού. Kαι σκορπίστηκαν όλα. Και το καράβι εκείνο,
ακυβέρνητο, που ’χε τη λάρνακα, πήγε και σταμάτησε στο χωράφι της χήρας της
Kαλλιτρόπης, το οποίο είχε πάρει η μητέρα του Θεοδοσίου, η Ευδοξία, αδίκως.

 Και
τότε ο Θεοδόσιος κατάλαβε και έκλαψε. Και γονάτισε μπροστά στη λάρνακα και
λέει: «Άγιέ μου, εγώ το δίνω πάλι το χωράφι στη χήρα». Kι ήταν κι εκεί η χήρα,
μάλιστα, και της το έδωσε μπροστά σε όλους επισήμως. 

Tότε σταμάτησε η τρικυμία,
ησύχασαν τα πάντα. Τι ωραίο είναι η αποκατάσταση! Η έμπρακτη μετάνοια! Tι
σπουδαία πράγματα έχει η Εκκλησία και η ψυχή μας!

Όταν
δέ έφθασαν στον ορισμένο τόπο εκείνοι, που βάσταζαν το τίμιο λείψανο, είδαν ότι
έκλινε πάλι θαυμασίως προς το εν μέρος αφ’ εαυτού του, εκείνο το ευτρεπισμένο
και ετοιμασμένο για τον Άγιο κουβούκλιο και προσκαλούσε με σχήμα το λείψανο.

Μέγας
ει, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου!

Όταν
έβαλαν στο πλοίο εκείνο το τίμιο λείψανο, ο μέν βασιλεύς είχε πόθο να υπάγει
στα βασίλεια, αλλ’ ως φαίνεται δεν ήθελε ο Άγιος Χρυσόστομος, γι’ αυτό κατέβηκε
το ρεύμα της θαλάσσης του Ελλησπόντου δυνατό. 

Πρώτα λοιπόν εφέρθη το άγιο
λείψανο στον Ναό του Αποστόλου Θωμά, τον ονομαζόμενο του Αμαντίου, όπου ο
βασιλεύς ήταν παρών και σκέπαζε με την βασιλική του χλαμύδα την θεία σορό του
λειψάνου και παρεκάλει τον Άγιο να παύσει τον κλονισμό του τάφου της μητέρας
του, ο οποίος έτρεμε ήδη τριάντα τρία έτη’, προσευχήθηκε στο όνομα της μητέρας
του, σαν να ήταν εκείνη η ίδια που μιλούσε στα άγια λείψανα, στον άγιο,
ικετεύοντας τη συγχώρεσή του. 

«Όσο ζούσα σε αυτήν την πρόσκαιρη ζωή, σου
προξένησα κακό και, τώρα, που εσύ ζεις στην αιώνια ζωή, ευεργέτησε την ψυχή
μου. Η δόξα μου παρήλθε και καθόλου δεν με βοήθησε. Βοήθησέ με, Πατέρα, βοήθησέ
με με τη δόξα σου, πριν καταδικαστώ από την Κρίση του Χριστού!» και επέτυχε της
αιτήσεως διότι στάθηκε, παραδόξως, ο κινούμενος τάφος εκείνης. 

Δοξολόγησαν,
ευχαρίστησαν, και στη συνέχεια, με βασιλική πομπή και συνοδεία, έφεραν το άγιο
λείψανο στο Ναό της Αγίας Είρήνης. Εκείνη ήταν η πρώτη εκκλησία κι από ‘κείνη
τον έδιωξαν τον Άγιο. Εκεί, έβαλαν το άγιο λείψανο επάνω στο ιερό Σύνθρονο που
‘ναι μέσα, πίσω απ’ την Αγία Τράπεζα, εκεί ήταν τότε, και εβόησαν άπαντες:
«Απόλαβε τον θρόνο σου, Άγιε». 

Ύστερα απέθεσαν την θήκη του λειψάνου πάνω στην
βασιλική άμαξα και έφεραν το σκήνωμα του αγίου στον Ναό των Αγίων Αποστόλων,
όπου το τοποθέτησαν στον πατριαρχικό θρόνο, και, ω του θαύματος! εκεί τα πλήθη
των ανθρώπων που παρευρίσκονταν άκουσαν από το στόμα του Αγίου Χρυσόστομου τα
λόγια:«Ειρήνη πάσι και τη Ευδοξία συγχώρησις».

Ειρήνη
σε όλους. Γιατί ήταν ζωντανός και είναι και είπε: «Ειρήνη σε όλους». Επήλθε πια
η συμφιλίωση και τον έθαψαν στον ναό των Αγίων Αποστόλων, στο Ιερό Βήμα, κάτω
από την Αγία Τράπεζα.

΄΄Πρέπει
να ευφρανθούν οι ορθόδοξοι διότι βλέπουν τον αγιώτατον πατριάρχην Πρόκλον και
τον ευσεβέστατον βασιλέα Θεοδόσιον, πως σηκώνουν με πολλή ευλάβεια το
πανσεβάσμιο λείψανο του Χρυσοστόμου και το εμβάζουν μόνοι οι δύο μέσα στο άγιο
βήμα και το εναποθέτουν υπό κάτω του θυσιαστηρίου και της αγίας Τραπέζης… Ίδετε
θαυμάσια, με τα οποία, ο θαυμαστός Θεός εδόξασε εμεγάλυνε και εθαυμάστωσε το
λείψανον του αγίου Χρυσοστόμου;…΄΄

Η
ανακομιδή και μετακομιδή των λειψάνων του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου από τα
Κόμανα του Πόντου στην βασιλεύουσα έγινε με τέτοια τιμή, η οποία δεν έγινε ποτέ
από του αιώνος σε άλλον, ούτε πατριάρχη, ούτε βασιλέα.

Πηγή:
-Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Ο Πρόλογος της Οχρίδας», (Ιανουάριος)

-Αρχιμανδρίτης
Ανανίας Κουστένης, Χειμερινό Συναξάρι, 27 Ἰανουαρίου

-Ἐκ
τοῦ ἐγκωμίου πρὸς τὸν Ἱερὸ Χρυσοστομο Κοσμᾶ τοῦ Βεστίτωρος

***

Η
Όσια Ματρώνα Ανεμνιάσεβσκαγια (του Ανεμνιάσεβο) (1864-1936)

Η
Ματρώνα Μπελιακόβα γεννήθηκε στις 6 Νοεμβρίου 1864 στο χωριό Ανεμνιάσεβο της περιφέριας
του Κασίμοβ του νομού της Ριαζάν σε μια φτωχή πολύτεκνη οικογένεια. Όταν η
Ματρώνα έγινε 7 χρονών, πέρασε ευλογιά. Μετά απ’ αυτήν την αρρώστια το κορίτσι
έχασε την όρασή της. Οι γονείς έδερναν συχνά την τυφλή τους κόρη. Μετά από αυτά
τα σκληρά κτυπήματα το κοριτσάκι έχασε και την ικανότητα να κουνιέται.

Από
τα απομνημονεύματα της Οσίας Ματρώνας:


Μια μέρα, όταν ήμουνα 10 χρονών, φρόντιζα ως συνήθως την μικρή μου αδερφή, και
η μάνα έφυγε για το ποτάμι. Άθελά μου, μου έπεσε η αδερφούλα απ’ τα χέρια.
Τρόμαξα πολύ και άρχισα να κλαίω. Εκείνη τη στιγμή γύρισε η μάνα. Με άρπαξε και
άρχισε να με δέρνει. Με έδερνε, έδερνε, έδερνε ώστε με έπιασε αδυναμία και
ξαφνικά είδα μπροστά μου την Παναγία. Το είπα στη μάνα μου, αυτή όμως πάλι
άρχισε να με δέρνει… η Παναγία ήρθε τρεις φορές.

Μετά
απ’ αυτό με δυσκολία πήγα πίσω από τη σόμπα και έμεινα εκεί ξαπλωμένη ως το
πρωί. Το πρωί με φωνάζουν να φάω κρέπες, εγώ όμως δεν μπορούσα να σηκωθώ: τα
πόδια δεν κινιόντουσαν, τα χέρια σαν τσακισμένα και το σώμα πονούσε. Από εκείνη
την ημέρα δεν μπορούσα να περπατάω πια, ούτε να κάθομαι, ήμουνα μόνο ξαπλωμένη…

Η
μάρτυς έμεινε στο πατρικό της σπίτι μέχρι 17 χρονών. Όλο αυτό τον καιρό
περνούσε με υπομονή τις θλίψεις και προσβολές, βρίσκοντας τη μόνη παρηγοριά στα
αγαπημένα λόγια της Παναγίας και στην προσευχή. Οι κάτοικοι του χωριού
Ανεμνιάσεβο τη συμπονούσαν κι έδειχναν μεγάλο σεβασμό σ’ αυτήν.

Από
τα απομνημονεύματα του επισκόπου της πόλεως Καλούγα Στεφάνου:


Τα χρόνια της δεκαετίας 30-40 με έκλεισαν στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Εκείνα
τα χρόνια ήμουνα γιατρός και μου ανάθεσαν στο στρατόπεδο τη διαχείριση του
ιατρείου. Οι περισσότεροι κρατούμενοι βρισκόταν σε τόσο δύσκολη κατάσταση, ώστε
η καρδιά μου δεν άντεχε. Μερικούς απ’ αυτούς απελευθέρωνα από τη δουλειά και
για να βοηθήσω κάπως τους πιο αδύναμους τους έστελνα στο νοσοκομείο.

Μια
μέρα η νοσοκόμα, που δούλευε μαζί μου (και αυτή ήταν κρατούμενη στο στρατόπεδο
συγκεντρώσεως) μου είπε:


Γιατρέ, έχω μάθει, ότι σας κατάγγειλαν. Λένε, ότι είστε πολύ καλόψυχος σχετικά
με τους κρατούμενους και απειλείστε με παράταση της παραμονής σας στο
στρατόπεδο συγκεντρώσεως για άλλα 15 χρόνια.

Η
νοσοκόμα ήταν σοβαρός άνθρωπος, πληροφορημένη για το τι γινόταν στο στρατόπεδο
συγκεντρώσεως, γι΄ αυτό μόλις άκουσα αυτό που είπε, με έπιασε φόβος. Με
καταδίκασαν 3 χρόνια, τα οποία κόντευαν να τελειώσουν, και ξαφνικά άλλα 15
χρόνια! Δεν κοιμήθηκα εκείνη τη νύχτα και όταν ήρθα στο ιατρείο το πρωί, η
νοσοκόμα κούνησε το κεφάλι της με στεναχώρια, όταν είδε το πρόσωπό μου ξάγρυπνο
και μαραζωμένο.

Μετά
τη δουλειά η νοσοκόμα μου είπε διστακτικά:


Γιατρέ, θέλω να σας δώσω μια συμβουλή, αλλά φοβάμαι, ότι θα με περιγελάσετε.


Πείτε μου, της είπα.


Στην πόλη, από την οποία προέρχομαι, μένει μια γυναίκα,που την λένε
Ματρώνουσκα. Ο Θεός της έδωσε την ιδιαίτερη δύναμη της προσευχής. Αν αρχίζει να
προσεύχεται για κάποιον, αυτός σώζεται. Πολλοί άνθρωποι απευθύνονται σ’ αυτήν,
δεν αρνιέται τη βοήθεια σε κανέναν, να την παρακαλέσετε και εσείς.

Γέλασα
θλιμμένα.


Μέχρι να φτάσει το γράμμα μου σ’ αυτήν, θα προλάβουν να με καταδικάσουν για 15
χρόνια.


Δεν χρειάζεται να της γράψετε, να την φωνάξετε μόνο…, είπε η νοσοκόμα ντροπαλά.


Να την φωνάξω; Από δω; Μα μένει σε απόσταση εκατό χιλιομέτρων από μας!


Το ήξερα, ότι θα με περιγελάσετε. Αυτή ακούει όμως από παντού, και εσάς θα σας
ακούσει. Μπορείτε να κάνετε έτσι: το βράδυ, όταν θα βγείτε για βόλτα, να
μείνετε λίγο πίσω από τους άλλους και να φωνάξετε δυνατά τρεις φορές:
«Ματρώνουσκα, βοήθησέ με, έπαθα συμφορά!». Θα σας ακούσει και θα βοηθήσει.

Όλα
αυτά μου φαινόταν περίεργα, και όμως όταν βγήκαμε για βραδινή βόλτα, έκανα
έτσι, όπως μου είπε η βοηθός μου.

Πέρασε
μια μέρα, μια βδομάδα, ένας μήνας. Κανένας δεν με καλούσε. Εν τω μεταξύ ανάμεσα
στη διοίκηση του στρατοπέδου συγκεντρώσεως έγιναν αλλαγές: έναν απόλυσαν, άλλον
διόρισαν.

Πέρασε
ακόμα μισός χρόνος και ήρθε η μέρα της απελευθέρωσής μου. Παίρνοντας τα έγγραφα
από το φρουραρχείο, τους παρακάλεσα να μου γράψουν το διορισμό σ’ αυτήν την
πόλη, που έμεινε η Ματρώνουσκα, διότι έδωσα υπόσχεση πριν ζητήσω τη βοήθειά
της, αν θα με βοηθήσει, θα λέω γι’ αυτήν έναν καλό λόγο κάθε μέρα όταν
προσεύχομαι, και όταν θα βγω από το στρατόπεδο συγκεντρώσεως, το πρώτο που θα
κάνω είναι να πάω σ’ αυτήν να την ευχαριστήσω.

Βάζοντας
τα έγγραφα στην τσέπη μου, άκουσα, ότι δύο νέοι που απελευθερώθηκαν μαζί μου
πήγαιναν σ’ εκείνη την πόλη. Πήγα μαζί τους.

Στο
δρόμο άρχισα να τους ρωτάω αν γνωρίζουν τη Ματρώνουσκα.


Την γνωρίζουμε πολύ καλά. Όλοι την γνωρίζουν στην πόλη και σ’ όλη την περιοχή.
Θα μπορούσαμε να σας πάμε σ’ αυτήν, αλλά δεν μένουμε στην πόλη, μένουμε στο
χωριό και θέλουμε πολύ να φτάσουμε σπίτι πιο γρήγορα. Εσείς μπορείτε να κάνετε
το εξής: όταν θα φτάσετε, ρωτήστε τον πρώτο άνθρωπο που θα δείτε, πού μένει η
Ματρώνουσκα, και θα σας δείξει.

Μόλις
έφτασα, έκανα έτσι όπως μου είπαν: ρώτησα το πρώτο αγόρι, που συνάντησα στο
δρόμο.


Να ακολουθήσετε αυτόν το δρόμο -μου είπε- μετά να στρίψετε δίπλα στο
ταχυδρομείο στην πάροδο, εκεί στο τρίτο σπίτι αριστερά μένει η Ματρώνουσκα.

Πλησίασα
το σπίτι της με ανησυχία και μόλις ήθελα να χτυπήσω την πόρτα, πρόσεξα ότι δεν
ήταν κλειδωμένη και την άνοιξα. Εβρισκόμενος στο κατώφλι, κοίταξα μέσα στο
δωμάτιο, που ήταν σχεδόν άδειο. Στη μέση στεκόταν ένα τραπέζι και πάνω στο
τραπέζι υπήρχε ένα σχετικά μεγάλο κιβώτιο.


Μπορώ να μπω; ρώτησα δυνατά.


Μπες, Σεργιούλη, ακούστηκε μια φωνή από το κιβώτιο.

Τρόμαξα
από το αναπάντεχο και πήγα αναποφάσιστα στη φωνή. Όταν κοίταξα μέσα στο
κιβώτιο, είδα εκεί μια μικρή τυφλή γυναίκα, που ήταν ξαπλωμένη ακίνητη. Το
πρόσωπό της ήταν πολύ φωτεινό και τρυφερό. Την χαιρέτησα και ρώτησα:


Από πού ξέρετε το όνομά μου;


Πώς μπορώ να μην το ξέρω! ήχησε η αδύναμη, αλλά πολύ καθαρή φωνή της. Με
φώναξες και προσευχόμουνα για σένα, γι’ αυτό το ξέρω. Κάθισε να σε φιλοξενήσω!

Πολλές
ώρες πέρασα στη Ματρώνουσκα. Μου είπε, όταν ήταν μικρή, αρρώστησε βαριά και
μετά απ’ αυτήν την αρρώστια σταμάτησε να μεγαλώνει και να κουνιέται. Η
οικογένειά της ήταν φτωχή. Η μητέρα της πηγαίνοντας για δουλειά την έβαζε στο
κιβώτιο και έτσι την άφηνε στην εκκλησία ως αργά το βράδυ. Βρίσκοντας στο
κιβώτιο το κορίτσι άκουγε όλες τις ακολουθίες της εκκλησίας και τα Θεία
Κηρύγματα. Οι ενορίτες λυπόνταν το κορίτσι και της έφερναν πότε ένα νόστιμο
κομμάτι φαγητού, πότε κάτι απ’ τα ρούχα. Κάποιοι απλά την χάιδευαν ή την έβαζαν
πιο άνετα. Ο παπάς και αυτός λυπόταν το κοριτσάκι και ασχολόταν μαζί της. Έτσι
μεγάλωνε σε ατμόσφαιρα μεγάλης πνευματικότητας και προσευχής.

Μετά
μιλούσαμε με τη Ματρώνουσκα για το σκοπό της ζωής, για την πίστη, για τον Θεό.
Ακούγοντάς την, έμενα κατάπληκτος από τις σοφές της γνώμες, από τις γνώσεις για
τους Άγιους Πατέρες, από την εκβάθυνσή της και τελικά κατάλαβα, ότι μπροστά μου
δεν είναι μια απλή άρρωστη γυναίκα, αλλά ένας μεγάλος άνθρωπος μπροστά στον
Θεό.

Για
τον εαυτό της η Ματρώνουσκα είπε, ότι σύντομα θα την πάνε στη Μόσχα και με
παρακάλεσε:


Όταν θα έρθει ο καιρός που θα βρεθείς μπροστά στην Αγία Τράπεζα, λέγε έναν καλό
λόγο και για μένα.

Δεν
ήθελα να φύγω από τη Ματρώνουσκα και έδωσα υπόσχεση στον εαυτό μου, ότι θα την
επισκεφτώ ξανά όσο πιο γρήγορα γίνεται, αλλά δεν έτυχε να την ξαναδώ. Σε λίγο
καιρό την πήγαν στη Μόσχα και την έβαλαν φυλακή, όπου πέθανε. Ήταν πάνω από 70
χρονών.

***

Μνήμη
τοῦ εὐσεβοῦς βασιλέως Θεοδοσίου τοῦ Νέου, ἤτοι τοῦ Μικροῦ. Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου

Στιχ.
Ἡ βασιλεία ἐμποδὼν οὐχ’ ὡράθη, Σοὶ ὦ Θεοδόσιε πρὸς σωτηρίαν.


βασιλεὺς οὗτος Θεοδόσιος ὠνομάσθη μικρός, ἢ πρὸς διαφορὰν τοῦ πάππου αὐτοῦ
Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου, ἢ καὶ διατὶ ἦτον πολλὰ μικρός, ὅταν ἀπέθανεν ὁ πατήρ του
Ἀρκάδιος. Καθότι τότε ἦτον ἑπτὰ χρόνων, ἀνατρεφόμενος καὶ διοικούμενος, τόσον ἀπὸ
τὴν ἀδελφήν του Πουλχερίαν, ὅσον καὶ ἀπὸ τὸν βασιλέα τῶν Περσῶν Ἰσδιγέρδην, τὸν
ὁποῖον ἀφῆκεν ὁ πατήρ του ἐπάνω εἰς αὐτὸν ἐπίτροπον καὶ κηδεμόνα. 

Ἐβασίλευσε δὲ
ἐν ἔτει 408. Τόσον δὲ ἐπρόκοψεν ὁ βασιλεὺς οὗτος ἀπὸ τὴν καλὴν ἀνατροφὴν καὶ
διδασκαλίαν τῆς ἀδελφῆς του Πουλχερίας, καὶ τοσαύτην εὐλάβειαν καὶ ὁσιότητα ἀπόκτησε
(μὅλον ὁποῦ ἦτον φύσει βαρύνους, καὶ ἀπὸ τοὺς εὐνούχους ἀπατώμενος) ὥστε ὁποῦ, ἐκαταστάθη
ἡ βασιλεία του ὡσὰν μία Ἐκκλησία.

Ὅθεν
καὶ εἰς τοὺς καιρούς του ἦτον εἰρήνη εἰς τὴν Ἀνατολήν, καὶ ὁ Χριστιανισμὸς ἐπλατύνθη
εἰς τὴν Περσίαν, διὰ μέσου τοῦ Ἀντιόχου, τὸν ὁποῖον ἀπέστειλεν εἰς
Κωνσταντινούπολιν ὁ Ἰσδιγέρδης. 

Ὁ δὲ ἐχθρὸς τῶν καλῶν Διάβολος, μὴ ὑποφέρωντας
τὴν κοινὴν εἰρήνην τῆς Ἐκκλησίας, ἐσήκωσε τὸν δυσσεβῆ Νεστόριον, ὅστις ἐβλασφήμει,
ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν εἶναι τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, ἀλλὰ ψιλὸς ἄνθρωπος. 

Ὅθεν ἀκολούθως καὶ τὴν αὐτὸν ἀσπόρως τεκοῦσαν, δὲν ὠνόμαζε Θεοτόκον. Διὰ τοῦτο ὁ
ἀοίδιμος οὗτος βασιλεύς, ἔλαβε πρόνοιαν, καὶ συνεκρότησε κατὰ τὴν Ἔφεσον τὴν ἁγίαν
καὶ Οἰκουμενικὴν Τρίτην Σύνοδον, ἐν ἔτει 431, καὶ δι’ αὐτῆς, τὸν μὲν ἀνθρωπολάτρην
καὶ Ἰουδαιόφρονα Νεστόριον ἀναθεμάτισε, τὸν δὲ Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν,
τέλειον Θεὸν καὶ τέλειον ἄνθρωπον ἀνεκήρυξε, καὶ τὴν τοῦτον ἀσπόρως τεκοῦσαν,
Θεοτόκον ἐδογμάτισε.

***

΄΄Νόστιμον
διήγημα΄΄ για τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, τον επιλεγόμενο Μικρό

Δεν
είναι το ίδιο να τρως το γεύμα σου με ευλογία από το να το τρως χωρίς ευλογία.
Κάθε γεύμα είναι η τράπεζα του Θεού, που ο ίδιος ο Θεός έστρωσε και παραθέτει
σ’ εμάς. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να ευχαριστούμε τον Θεό ως Οικοδεσπότη μας
και να Τον παρακαλούμε να δώσει τις ευλογίες Του. Το φαγητό που έχει ευλογηθεί
είναι πιο νόστιμο και ευχάριστο, ενώ το μην ευλογημένο είναι άνοστο, ανθυγιεινό
και δυσάρεστο.

Κάποτε
ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος, ο επιλεγόμενος Μικρός, είχε βγει για έναν περίπατο
στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης- βλέποντας την καλύβα ενός μοναχού, στάθηκε
για να τον επισκεφτεί. Ο γέροντας ρώτησε τον αυτοκράτορα εάν ήθελε κάτι να
φάει. «Θα ήθελα!», απάντησε εκείνος. Ο γέροντας έφερε μπροστά του ψωμί, λάδι,
αλάτι και νερό. Ο αυτοκράτορας, αφού ήπιε κι έφαγε, ρώτησε τον μοναχό: «Ξέρεις
ποιος είμαι εγώ;».

«Ό
Θεός γνωρίζει ποιος είσαι», απάντησε ο μοναχός. «Είμαι ο αυτοκράτορας
Θεοδόσιος», συμπλήρωσε εκείνος. Ο μοναχός υποκλίθηκε μπροστά του σιωπηλά. Τότε
εκείνος είπε: «Βασιλιάς είμαι και γιός βασιλιά αλλά, πίστεψέ με, ποτέ στη ζωή
μου δεν είχα γευτεί ι τόσο νόστιμο φαγητό, όπως αυτό πού έφαγα σήμερα εδώ μαζί
σου». 

«Ξέρεις γιατί;», παρατήρησε ο γέροντας. «Διότι εμείς οι μοναχοί
παρασκευάζουμε το φαγητό μας με προσευχή και ευλογία κι έτσι το πικρό φαγητό
μετατρέπεται σε νόστιμο γιά εμάς. Ενώ σ’ εσάς το φαγητό προετοιμάζεται με πολύ
κόπο, όμως δεν ζητάτε ευλογία (από τον Θεό) γι’ αυτόν τον λόγο ακόμη και το
εύγευστο φαγητό σας γίνεται άγευστο».

Άγιος
Νικόλαος Βελιμίροβιτς, «Ο πρόλογος της Αχρίδος: πνευματικό ημερολόγιο»,
Ιούνιος, εκδ. Άθως.

***

Ένας
ταπεινός Άγιος Βασιλέας ο Άγιος Βασιλεύς Θεοδόσιος B’ ο Μικρός ο Ευσεβής

Πολλοί
απ’ τους δικούς μας αυτοκράτορες ήταν κεράκια αναμμένα και πολύ αγαπούσαν την
ταπείνωση μπροστά στον Βασιλέα των Όλων. Είχαν τόση μεγάλη ευσέβεια και τόση
πολλή προσευχή, ώστε αγίασαν μέσα στη ζωή τους και έφτασαν σε μέτρα επουράνια.

Δε
μιλάμε για ηγέτες μικρούς, μιας μικρής περιφέρειας, ας πούμε, αλλά μιλάμε για
ηγέτες παντοδύναμους, δηλαδή βυζαντινούς κοσμοκράτορες, που καθόλου δεν ήταν
αλλαζόνες, αλλά ήξεραν να πέφτουν στα γόνατα και να έχουν ευσέβεια ασύγκριτη
για τον Κύριο τους και Θεό τους. Έξοχο τέτοιο παράδειγμα ήταν ο Άγιος Βασιλεύς
Θεοδόσιος B’ ο Μικρός ο Ευσεβής, τον οποίον εορτάζει η Εκκλησία μας κάθε χρόνο
στα τέλη Ιουλίου.

Ο
Άγιος Βασιλεύς Θεοδόσιος ο Μικρός – παρότι αυτοκράτωρ και παντοδύναμος και με
τόση αίγλη επί του θρόνου του – φαίνεται πως ήταν ταπεινός έως ορίου ακροτάτου.
Διαβάζουμε στον Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου πως φόρεσε o Θεοδόσιος ένδυμα
τρίχινο (!), ένα ρούχο υφασμένο από τρίχες γιδίσιες, και πέφτοντας χάμω στη γη
θρηνούσε και έκλαιε στον Κύριο, μην ξέροντας τι λύση να δώσει στο καίριο
πρόβλημα μιας αίρεσης που τάραζε τα σπλάχνα της ευλογημένης επικράτειάς του.

                                               

Πράγματι
η μάστιγα της αίρεσης είχε ταράξει τη γαλήνη εντός και εκτός της Εκκλησίας.
Εισάκουσε όμως ο Θεός την προσευχή του αγίου αυτοκράτορος και εδόθη αμέσως
απάντηση με εκείνο το θαύμα θαυμάτων, της φοβερής εκείνης αναστάσεως των Αγίων
Επτά Παίδων εν Εφέσω.

Την
ιστορία των Επτά Παίδων αξίζει κανείς να τη διαβάσει και να τη βάλει στα
διαβάσματα του. Πρόκειται για θαύμα θαυμάτων που βρίσκεται γραμμένο παντού, με
το οποίο και πείστηκαν οι άνθρωποι να μην ακολουθούν την αίρεση.

Νίκησε
λοιπόν ο Θεοδόσιος με μόνο σπαθί την προσευχή του. Τέτοιος άγιος άνθρωπος ήταν
ο αυτοκράτορας. Παρά πολύ ταπεινός, με δάκρυα και θρήνους προσευχής. Γι’ αυτό
τον αγαπούσε ο Θεός και απαντούσε αμέσως στις αιτήσεις του. Και το λοιπόν
«εκαταστάθη η βασιλεία του ωσάν μία Eκκλησία» κάθως το γράφει ο Άγιος Νικόδημος
μέσα στον Συναξαριστή του.

Και
άλλοι δικοί μας αυτοκράτορες υπήρξαν λαμπάδες αναμμένες και άγιοι ταπεινοί του
Χριστού. Με πρώτον και καλύτερον βεβαίως τον αξεπέραστο Μέγα Κωνσταντίνο. Κι
έζησε έτσι το Βυζάντιο αγίες βασιλείες του Θεού που κοσμούν την ιστορία στους
αιώνες.

Κώστας
Παναγόπουλος

Η Χώρα αντιμετωπίζει λογοκρισία στα κοινωνικά δίκτυα.

Πηγή:

https://iconandlight.wordpress.com/2024/07/28/%ce%bf-%ce%ac%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%82-%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%bb%ce%b5%cf%8d%cf%82-%ce%b8%ce%b5%ce%bf%ce%b4%cf%8c%cf%83%ce%b9%ce%bf%cf%82-b-%ce%bf-%ce%bc%ce%b9%ce%ba%cf%81%cf%8c%cf%82/

https://iconandlight.wordpress.com/2023/07/28/%ce%ac%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%82-%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%bb%ce%b5%cf%8d%cf%82-%ce%b8%ce%b5%ce%bf%ce%b4%cf%8c%cf%83%ce%b9%ce%bf%cf%82-b-%ce%bf-%ce%bc%ce%b9%ce%ba%cf%81%cf%8c%cf%82/

Από Giorgis

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *