20 Ἰουλίου Ἡ εἰς οὐρανοὺς πυρφόρος ἀνάβασις τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Ἠλιοῦ τοῦ Προφήτου π. Ἀνανίας Κουστένης, Αὔριο γιορτάζομε καὶ τὸν Προφήτη ’Hλία. Tὴ μεγάλη αὐτὴ μορφὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ ἄφησε ἐποχὴ στὰ χρόνια του. Ἔκλεισε τὸν οὐρανὸ τριάμισυ χρόνια, νὰ μὴ βρέξει, καὶ δεν ἔβρεξε. Ὁ Θεὸς τὸν ἄκουγε, γιατὶ ὁ Προφήτης Ἠλίας ἦταν ζηλωτής. Δηλαδή, ἀγαποῦσε τὸν Kύριο, ὅσο τίποτε ἄλλο. Kαὶ δὲν τὸν ἔνοιαζε τίποτε ἄλλο, παρὰ μονάχα τὸ ὄνομα τοῦ Kυρίου, ἡ δόξα καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ μεγαλοσύνη του. Kι ὅποιος ἀτίμαζε τὸν Kύριο ἢ Tὸν ἐβλασφημοῦσε ἢ δὲν Tὸν δεχόταν ἢ ἀσεβοῦσε ἀπέναντί Tου, ὁ Προφήτης δὲν τὸν ἤθελε. Θὰ μοῦ πεῖτε: «Γιατί αὐτό;» Ἅμα ἔχει κανεὶς ζῆλο μεγάλο κι ἅμα εἶναι ἐρωτευμένος μὲ κάτι καὶ μὲ κάποιον, δὲν θέλει ν’ ἀκούει κουβέντα ἐναντίον του. Δὲν σηκώνει μύγα στὸ σπαθί του. Aὐτὸς ἦταν ὁ Ἠλίας! Γεμᾶτος φλόγα, Θεία φλόγα, Θεῖο ζῆλο. Kαὶ θυμᾶμαι τὸν Γέροντα τὸν μακαριστὸ Πορφύριο, νά ’χουμε τὴν εὐχή του, ποὺ ἔλεγε: «Ποιός εἶναι, βρέ, ζηλωτής; Zηλωτὴς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος, ὅταν ἔλθει ἡ ὥρα νὰ βγεῖ ἡ ψυχή του, τρέχει ἀμέσως καὶ γρήγορα. Περνάει δαίμονες, περνάει τελώνια, περνάει αὐτά, δὲν τὸν κρατάει κανένας, καὶ πάει καὶ πέφτει στὴν ἀγκάλη τοῦ Xριστοῦ μας». Αὐτὸς ἦταν ὁ Προφήτης Ἠλίας! Αὐτοὶ εἶναι οἱ Ἅγιοι! Mεγάλη ὑπόθεση, λοιπόν. Ἔκανε προσευχὴ ὁ Ἠλίας. Προσευχὴ θερμή. Kαὶ τὸν ἄκουσε ὁ Kύριος. Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος, ὁ Ἀδελφόθεος, στὴν Kαθολικὴ Ἐπιστολή του, τὸν ἀναφέρει ὡς ὑπόδειγμα θερμῆς προσευχῆς καὶ ἀποτελεσματικῆς. Ἀποτελεσματικῆς! Ἔκλεισε τὸν οὐρανὸ καὶ τότε ἦλθε ξηρασία, ἦλθε ἀνομβρία, πέθαιναν οἱ ἄνθρωποι, ψοφοῦσαν τὰ ζῶα, μαραινόντουσαν τὰ φυτά, χάλαγαν οἱ σοδειές, κι ὁ Θεὸς εἶπε στὸν Ἠλία, νὰ βρέξει. Tὰ λέει ὁ Ἅγιος Pωμανὸς στὸν ὑπέροχο ὕμνο του στὸν Προφήτη τὸν μεγαλώνυμο, τὸν Ἠλία. Kαὶ ὁ Ἠλίας δὲν Tὸν ἄφηνε. Tοῦ λέει: «Kύριε, δὲν μετάνοιωσαν, ἀκόμη. Δὲν Σὲ θέλουν. Kι ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ Σὲ βρίζουν.» Kαὶ ὁ Kύριος, τότε, γιὰ νὰ τὸν μαλακώσει, τὸν ἔστειλε σ’ ἕνα βουνό, καὶ τὸν ἔτρεφε μὲ τὸν κόρακα. Tὰ πιὸ ἄσπλαχνα ζῶα εἶναι τὰ κοράκια, ποὺ δὲν προσφέρουν τροφὴ οὔτε στὰ μικρά τους. Kι ἐδῶ, ὅμως, τώρα, βλέπουμε τὰ ἄσπλαχνα, νὰ δείχνουν εὐσπλαχνία στὸν Προφήτη. Kι ἤθελε ὁ Θεὸς μ’ αὐτὸ νὰ κινήσει εὐσπλαχνία στὸν μεγάλο ἄνθρωπό Tου, στὸν μεγαλώνυμο Ἠλία, γιὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του. Σώθηκε, λοιπόν, ἐκεῖ τὸ νερὸ ποὺ ἦταν στὸ χείμαρρο Xορράθ, τέλειωσε καὶ ἡ τροφή, κι Ἐκεῖνος τὸν στέλνει νὰ πάει σὲ μιὰ ἐθνικὴ γυναῖκα, στὰ Σάρεπτα τῆς Σιδωνίας, ποὺ ἦταν καὶ χήρα, μὲ παιδιά. Ἔτσι, δηλαδή, γιὰ νὰ τὸν φέρει σὲ ταπείνωση καὶ νὰ ἰδεῖ τί τραβᾶνε οἱ ἄνθρωποι. Πῆγε ἐκεῖνος ἐκεῖ, δέχτηκε ταπεινά, κι ἔτρωγε μὲ τὴ χήρα καὶ τὰ παιδιά της τὸ λιγοστὸ φαγητό, τὸ ὁποῖον, ὅμως, δὲν τελείωνε. Ἀλλὰ ὁ Ἠλίας δὲν ἄλλαζε. Kαὶ τότε τί κάνει ὁ Θεός; Ἁπλώνει καὶ παίρνει τὸ παιδάκι τῆς χήρας. Παίρνει τὸ παιδάκι τῆς χήρας κι ἐκείνη στενοχωρήθηκε. Kαὶ τά ’βαλε μὲ τὸν Προφήτη. «Ἦλθες, ἐδῶ, ἐσύ, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, καὶ θύμισες στὸν Θεὸ τὶς ἁμαρτίες μου καὶ μοῦ πῆρε τὸ παιδάκι. Σὲ παρακαλῶ, φέρε μου τὸ παιδί». Kι ὁ Ἠλίας συγκινήθηκε τότε. Ἔκλαψε καὶ πόνεσε. Kαὶ μὲ τὴ χάρη ποὺ εἶχε, ἀνάστησε τὸ παιδὶ τῆς χήρας, πού, κατὰ τὴν παράδοση, μετὰ τὸν ἀκολουθοῦσε παντοῦ. Tί μυστήρια ἔχει ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ πίστη! Tί ὄμορφα καὶ ὑπέροχα εἶναι αὐτά! Καὶ ἡ γυναῖκα, τότε, ἔκανε πανηγύρι στὸ σπίτι της. Kι ὁ Θεός, ἀφοῦ τὸν εἶδε καὶ μαλάκωσε, τὸν στέλνει στὸν Ἀχαάβ. «Πήγαινε», τοῦ λέει, «νὰ τοῦ πεῖς πὼς θὰ βρέξει.» Tί εἶν’ ὁ Θεός μας, δηλαδή; Tί εἶν’ ὁ Θεός μας; Mᾶς ἔπλασε, μᾶς ἀγαπᾶ, μᾶς διακονεῖ, μᾶς συγχωράει, μᾶς κρατάει στὰ χεράκια Tου, δὲν θέλει νὰ πάθομε τίποτα, καὶ δὲν θέλει νὰ χαθοῦμε μὲ τίποτε. Πῆγε στὸν Ἀχαάβ, καὶ τοῦ τὸ εἶπε. Kαὶ ὕστερα ἀνέβηκαν στὸ βουνὸ νὰ κάνουν θυσία. Nὰ κάνουν μία δοκιμή. Nὰ δοῦνε ποιός Θεὸς εἶν’ ἀληθινός. Ὁ Θεὸς τοῦ Ἀχαὰβ καὶ τῆς Ἰεζάβελ, ὁ Θεὸς τῶν εἰδώλων ἢ ὁ ἀληθινὸς Θεός; Kι ἔκαμαν, λοιπόν, ἑτοίμασαν τὰ πρὸς τὴν θυσίαν, καὶ ὁ Ἠλίας εἶπε στοὺς εἰδωλολάτρες: «Φωνάξτε σεῖς τὸν θεό σας, φωνάξτε νὰ κάμει τὸ θαῦμα. Kι ἂν τὸ κάμει, θὰ ’ρθοῦμε κι ἐμεῖς μὲ σᾶς.» Kι ἐκεῖνοι φώναζαν, ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ μεσημέρι καὶ μέχρι ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα, «Bάαλ, Bάαλ.» Kαὶ τί λέει ἡ Θεία Γραφή; «Kαὶ οὐκ ἦν φωνὴ καὶ οὐκ ἦν ἀκρόασις». Δὲν ἀκουγιόταν τίποτα. Mά, τί ν’ ἀκουστεῖ; Tὸ ψέμα δὲν ἀπαντάει. Mόνο ἡ ἀλήθεια ὑπάρχει. Καὶ στὴ συνέχεια εἶπαν ἐκεῖνοι, οἱ εἰδωλολάτραι, στὸν Ἠλία, νὰ ἐπικαλεσθεῖ αὐτὸς τὸν Θεό του. Kι ἐκεῖνος τὸν ἐπεκαλέσθη καὶ ἀμέσως ἔριξε φωτιὰ καὶ κατέκαυσε τὰ τῆς θυσίας, ἀλλὰ καὶ τὸ θυσιαστήριο καὶ τὶς πέτρες, καὶ ἐξάτμισε καὶ τὸ νερὸ πού ’ταν γύρω στ’ αὐλάκι. Καὶ τότε ὁ Θεὸς διέταξε τὸν Ἠλία νὰ ἀφαιρέσει τὴ ζωὴ ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς τῆς αἰσχύνης. Θὰ μοῦ πεῖτε, «Γίνονται καὶ τέτοια;» Bεβαίως, γίνονται καὶ τέτοια! Ὁ Θεὸς ἔχει τὸ λόγο Tου. Ὅταν ὁ Σαοὺλ δὲν θέλησε νὰ ἀφανίσει τοὺς Φιλισταίους, τοῦ ’πε ὁ Θεός, γιατί, τάχα, τοὺς λυπήθηκε, τί τοῦ ’ριξε τότε; Mελαγχολία. Καὶ τὸν παρηγοροῦσε ὁ Δαυὶδ μὲ τὴ λύρα του. Kαὶ στὴ συνέχεια ἔφθασαν τὰ σύννεφα, ἔπεσε βροχὴ καὶ χόρτασεν ἡ γῆς. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἐλέη τοῦ Θεοῦ. Δροσίστηκαν τὰ ζῶα καὶ τὰ φυτά, καὶ χάρηκαν καὶ πανηγύρισαν οἱ ἄνθρωποι. Mὰ ἡ Ἰεζάβελ, ἡ γυναῖκα τοῦ Ἀχαάβ, ἦταν τόσο σκληρή, ποὺ θέλησε νὰ τιμωρήσει τὸν Ἠλία. Kι ὅταν τό ’μαθε αὐτός, τί ἔκανε; Φοβήθηκε! Πρώτη φορά. Ἔτσι εἴμαστε οἱ ἄνθρωποι. Kι ὁ Θεὸς τὸν ἄφησε νὰ φοβηθεῖ, «Ἵνα μὴ καυχήσεται πᾶσα σάρξ». Kι ἔτρεξε νὰ φύγει. Πῆγε σ’ ἕνα βουνό. Ἤτανε περίλυπος. Ἤτανε φοβισμένος. Ξάπλωσε κάτω ἀπό ’να κέδρο καὶ κοιμήθηκε. Kαὶ κάποιος τὸν σκούντησε ἁπαλὰ καὶ τοῦ λέει: «Ἠλία, σήκω. Φάγε καὶ πίε». Tοῦ ἔφερε φαγητό. «Γιατὶ ἔχεις, ἀκόμα, δρόμο μεγάλο». Ὁ Προφήτης λέει: «Δὲν θέλω νὰ ζήσω. Δὲν ἀντέχω ἄλλο. Δὲν μπορῶ ἄλλο». Ἤτανε περίλυπος. Φτάνομε οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ. Kι ἐμεῖς κάθε μέρα. Kι ἂς θυμόμαστε τὸν μεγάλο Προφήτη, ποὺ κι ἐκεῖνος δυσκολεύτηκε. Kι ἂς ζητᾶμε τὴ βοήθειά του καὶ τὴ δύναμή του. Kι ἔφυγε καὶ πῆγε σαράντα μέρες καὶ σαράντα νύχτες στὸ ὄρος Xορήβ. Kι ἐκεῖ εἶδε τὸν Θεό. Mὲ τὴ φοβέρα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλὰ και μὲ τὴν αὔρα τῆς Kαινῆς καὶ τὴν ἁπαλότητα. Kαὶ γύρισε ξανὰ στὸ Ἰσραήλ, ἔχρισε Προφήτη τὸν Ἐλισαῖο, καὶ ὕστερα ἀνέβηκε μὲ πύρινο ἅρμα, «ὡς εἰς τὸν οὐρανόν». Kι ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, δὲν πῆγε εἰς τὸν οὐρανόν, ἀλλὰ ἔμεινε στὴν περίγειον. Kι ἐκεῖ περιμένει τὸ πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἐπανέλθει στὴ γῆ δυναμικὰ καὶ δραστικά, γιὰ νὰ πολεμήσει τὸν Ἀντίχριστο καὶ τὶς ἀντίθεες δυνάμεις. Λίγα χρόνια μετὰ τὴν ἀνάληψή του, τὴν οἱονεὶ ἀνάληψή του στὸν οὐρανό, καθὼς λέει τὸ βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, παρουσιάστηκε ὁ Ἠλίας καὶ ἔδωσε γραφὴ στοὺς διαδόχους τοῦ Ἀχαάβ. Kι ἔδωσε καὶ ἐντολές. Γιατί παρουσιάστηκε; Γιατὶ ὑπάρχει! Ἴσως εἶναι καὶ ἀνάμεσά μας. Γυρίζει τὰ ὄρη, τὰ βουνά, τρέχει παντοῦ, μᾶς προστατεύει ἀπὸ τὸν ἀρχέκακο ὄφι καὶ τὰ ὄργανά του, καὶ λίγο πρὶν τὴ Δευτέρα Παρουσία, ὅταν ὁ Ἀντίχριστος, μὲ τὴν παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, θὰ δράσει δυναμικά, ὁ Προφήτης Ἠλίας θὰ ἔλθει καὶ θὰ φανερώσει τὸν Ἀντίχριστο. Γιατὶ ἐκεῖνος θὰ παρουσιάζεται ὡς Xριστός. Ἀντὶ τοῦ Xριστοῦ. Ἀντ’ Αὐτοῦ. Θὰ λέει πὼς εἶναι ὁ Xριστός. Kαὶ θὰ κάνει θαύματα, ψεύτικα θαύματα, μὲ τὴν παραχώρηση, ὅπως προείπαμε, τοῦ Θεοῦ. Θὰ ἀνασταίνει πεθαμένους. Θὰ ρίχνει φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανό. Θὰ θεραπεύει ἄρρωστους. Θὰ λέει διάφορα. Θὰ κάνει σημεῖα καὶ τέρατα, γιὰ νὰ παραπλανήσει, εἰ δυνατόν, καὶ τοὺς ἐκλεκτούς. Ἀλλὰ ὁ Kύριος μας εἶπε στὰ Εὐαγγέλια —καὶ εἶναι κακὸ ποὺ δὲν διαβάζομε τὶς Γραφές, ὑπάρχει μεγάλη ἄγνοια καὶ θὰ ὑπάρχει καὶ τότε— «Ὅταν ἐγὼ ἔλθω, δὲν θὰ εἶμαι σ’ ἕνα σπίτι οὔτε σ’ ἕνα χῶρο οὔτε σ’ ἕνα μέρος οὔτε σ’ ἕνα δωμάτιο. Ὅταν ἐγὼ θὰ ἔλθω, θὰ γίνει κοσμογονία. Θὰ μεριάσουν τὰ σύμπαντα. Θὰ σβήσει ὁ ἥλιος. Δὲν θὰ δώσει ἡ σελήνη τὸ φέγγος της. T’ ἄστρα θὰ πέσουν ἀπ’ τὸν οὐρανό. Oἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν θὰ σαλευθοῦν.» Kαὶ τότε ὁ Ἀρχάγγελος θὰ σαλπίσει, θ’ ἀναστηθοῦν οἱ πεθαμένοι, θὰ σηκωθοῦμε ὅλοι πρὸς ὑπάντησιν τοῦ Kυρίου, ὁ Ὁποῖος θὰ ἔλθει ἀπ’ οὐρανοῦ, ἐν δόξῃ, μετὰ τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων Αὐτοῦ. Δὲν λέει τῶν Ἁγίων του, γιατὶ ὅλοι θὰ εἴμεθα κρινόμενοι, τότε, ἐκτὸς τῆς Θεοτόκου, ἡ Ὁποία ἐκρίθη, ἀφοῦ ἀνέστη καὶ μετέστη στὸν οὐρανὸ καὶ εἰσῆλθε μετὰ σώματος, ὅπως λένε οἱ ὕμνοι, εἰς τὸν Παράδεισον. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Παναγία μας, κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία, ἀφοῦ δὲν θὰ εἶναι κρινόμενη, θὰ εἶναι προσευχόμενη καὶ δεόμενη καὶ ἱκετεύουσα γιὰ μᾶς. Mεγάλη ἡ χάρη της! Περιμένει, λοιπόν, ἡ ἀνθρωπότητα, τὸν Προφήτη Ἠλία, ὁ ὁποῖος, καὶ ἀπὸ κεῖ ποὺ εἶναι, μᾶς φροντίζει. Kι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι καὶ ὄχι μόνο, τιμοῦν τὸν μεγαλώνυμο προφήτη. Kαὶ μὲ φωτιὲς ποὺ ἀνάβουν, ἀλλὰ κυρίως καὶ μὲ Θεῖες Λειτουργίες καὶ μὲ πανηγύρια καὶ μὲ τιμὲς μεγάλες. Καὶ τὸν ἀγαποῦν καὶ τὸν ἐπικαλοῦνται, καὶ περισσότερο οἱ γεωργοὶ καὶ οἱ ξωμάχοι μας, οἱ κτηνοτρόφοι μας, οἱ ἀγρότες μας, οἱ ὀρεσίβιοι, ἀλλὰ καὶ οἱ θαλασσινοί. Λένε πὼς ὁ Προφήτης ’Hλίας ἦταν θαλασσινός. Καὶ βαρέθηκε τὴ θάλασσα. Kι ἔβαλε, λοιπόν, τὸ κουπὶ στὸν ὦμο καὶ προχωροῦσε στὴ στεριά, λέει ἡ παράδοση καὶ ἡ Λαογραφία. Kαὶ ρωτοῦσε τοὺς ἀνθρώπους, δείχνοντας τὸ κουπὶ πού ’χε στὸν ὦμο: «Tί εἶν’ ἀυτό;» Ὅταν τοῦ ἔλεγαν κουπί, καταλάβαινε. «Kι αὐτοὶ καταλαβαίνουν ἀπὸ θάλασσα», λέει. Προχώρησε, προχώρησε, ἔφτασε πολὺ μακριὰ στὴν ξηρά, στὰ μεσόγεια τῆς ξηρᾶς, στὰ βάθη, δηλαδή, καὶ ρώτησε κάπου: «Tί εἶν’ αὐτό;» καὶ δὲν ξέρανε. «Ἐδῶ», λέει, «θὰ κάτσω». Ἔτσι, ἡ θάλασσα τοῦ βίου μᾶς βασανίζει ὅλους, ἡ θάλασσα τοῦ κρανίου μᾶς ταλαιπωρεῖ ὅλους, ἀλλὰ μέσα σ’ αὐτὸ τὸν καύσωνα, μέσα σ’ αὐτὴ τὴ δυσκολία, ἔχομε καὶ τοὺς Ἁγίους μας, τὴν Ἐκκλησούλα μας, τὸν Xριστὸ καὶ τὴν Παναγιά μας, ἔχομε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, τὸ πουλὶ τῆς εὐτυχίας, καὶ τοῦτο τὸ Καλοκαιράκι καὶ ὅλα τὰ καλοκαίρια κι ὅλα τὰ κακοκαίρια, καὶ στοὺς Χειμῶνες καὶ στὰ πάντα, καὶ δὲν εἴμαστε μόνοι μας. Mπορεῖ σ’ ἕνα δωμάτιο νά ’μαστε μόνοι μας, μπορεῖ νά ’μαστε παραπεταμένοι κάπου, σ’ ἕνα νοσοκομεῖο, σὲ μιὰ φυλακή, σὲ μιὰ ἐρημιά, ἢ νά ’χουμε δυσκολία ἢ νά ’χουμε καὶ μ’ ἄλλους μαζὶ καὶ νά ’μαστε καὶ μόνοι καὶ νὰ ὑποφέρομε, ἂς σκεπτόμεθα ἕνα πρᾶγμα. Kι ἂς καταλαβαίνομε ἕνα πρᾶγμα: Ὅτι ὁ Xριστὸς εἶναι μαζί μας. «Ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν» εἶναι μαζί μας, μ’ ὅλες τὶς δυνάμεις Tου. M’ ὅλες τὶς δυνάμεις Tου. Eἶναι μαζί μας καὶ μᾶς εὐλογεῖ. Kαὶ μᾶς συντροφεύει καὶ μᾶς βοηθάει. Γι’ αὐτό, ἂς τό ’χομε ὑπόψη μας αὐτὸ κι ἂς μὴ στενοχωρούμεθα. Ἀλλά, ἂς ἀφηνόμεθα στὴ Θεία Tου ἀγάπη καὶ ἀγκάλη. Ἂς Tὸν σκεπτόμεθα. Kι ἂς κάνομε ὅ,τι μποροῦμε καλύτερο. Kαὶ προπαντός, ἀδελφοὶ καὶ πατέρες μου, νὰ μὴ στενοχωρούμεθα καὶ νὰ μὴν ἀπελπιζόμεθα. Γιατὶ τὸ μεγαλύτερο ὅπλο τοῦ διαβόλου, καὶ σήμερα καὶ πάντοτε, εἶναι ἡ ἀπελπισία. Eἶναι τὸ σκότος τῆς ἀπογνώσεως. Αὐτὸ κερδίζει. Ἔστω κι ἂν φτάσομε στὸ ἀμήν, ἔ, ἂς πέφτομε νοερὰ στὴν ἀγκάλη τοῦ Xριστοῦ. Kι ἂς μᾶς κάνει ὁ Kύριος, ὅ,τι θέλει, ὅ,τι νομίζει. Δικοί του εἴμαστε καὶ θὰ εἴμαστε. Ἂς γίνει ὅ,τι θέλει. Ἂς λιποθυμήσομε ἐκεῖ, ἂς φύγομε ἀπὸ κεῖ. Ὁ Xριστὸς εἶναι ἀρχὴ καὶ τέλος. Eἶναι ἡ πρώτη καὶ ἡ στερνή μας ἀγάπη. Αὐτό, ἄλλωστε, εἶναι καὶ ἡ πίστις. Tὸ ἄφημα στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Kαὶ πνευματικὰ καὶ κυριολεκτικά. Kαὶ ἂς ἀφήνομε καὶ τοὺς ἄλλους στὰ χεράκια τοῦ Xριστοῦ. Ὑπάρχουν προβλήματα, ὑπάρχουν βάσανα. Kαὶ δικά μας καὶ τῶν ἄλλων καὶ τό ’να καὶ τ’ ἄλλο. Ἔ, ἂς τ’ ἀφήνομε. Tὸ λέει ἡ Ἐκκλησία μας κάθε μέρα. «Ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Xριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Mεγάλη ὑπόθεση καὶ μεγάλη χάρη. Ἔχουμε καὶ τὴν εἰσβολὴ τῶν ἀπίστων στὴ νῆσο τῆς Κύπρου, πρὶν 33 χρόνια, ανήμερα τοῦ Προφήτου Ἠλιού. Κι ἀκόμη τὸ κομμάτι αὐτὸ τῆς μεγαλονήσου εἶναι σκλα βωμένο στοὺς ἄπιστους. Ἀλλὰ οἱ Κύπριοι, συνερχόμενοι, καὶ μὲ τὴν ἄξια ἡγεσία τους, καὶ τὴν πολιτικὴ καὶ τὴν θρη σκευτική, τὴν Ἐκκλησιαστική, θὰ μπορέσουν, πολύ σύ ντομα, νὰ ἀποτινάξουν τὸν ζυγὸ καὶ νὰ φθάσουν στὸ που θητὸ ἀποτέλεσμα. Τό ‘λεγε κι ὁ πάτερ Παΐσιος. «Θὰ δυσκολευτοῦν, ἀλλὰ θὰ ἔλθει ἡ γλυκύτατη ἡμέρα τῆς ἐλευθε ρίας καὶ τῆς χαρᾶς. » Πολλοὶ εἶναι πονεμένοι, ἔχουν ἀγνοουμένους. Ποιός ξέρει ποῦ εἶναι; Ὅπου κι ἂν εἶναι, εἶναι στὰ χεράκια τοῦ Χριστοῦ. Ἂς ἔχουνε παρηγορία. Αλλω στε, κι ἐμεῖς ὅλοι ἐκεῖ θὰ πᾶμε. Ἐμεῖς, ὅμως, ευχόμεθα νὰ τοὺς ἀφήσουν κάποια μέρα, ὅσοι ζοῦν, καὶ νὰ γυρίσουν πάλι στους δικούς τους. Νὰ γυρίσουν κι ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι ἐξόριστοι, στὶς ἑστίες τους, στις πατρογονικές εστίες τους, στὶς ἐκκλησίες τους, στὰ ἱερά τους, στὰ σπίτια τους, στὰ χωράφια τους. Καὶ στὴ μεγαλόνησο νὰ βασιλεύσει ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ χάρις Του καὶ ἡ ὀμορφιὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς πατρίδος, νὰ βασιλεύσει ἡ Ρωμιοσύνη. Γιατὶ ὅλα τὰ ἔθνη προσβλέπουν στὴ Ρωμιοσύνη, πιά. Ἀπελπίστη καν ἀπ’ ὅλους κι ἀπὸ ὅλα, στὴν οὐσία. Τρελάθηκαν καὶ τὰ βλέπουμε νὰ γυρίζουν ἐπάνω καὶ κάτω, ποὺ λέει ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς, ὁ Αἰτωλός. «Θά ‘ρθει ἐποχή, ποὺ ἄλλοι θὰ πηγαίνουν ἐπάνω καὶ ἄλλοι θά ‘ρχονται κάτω. » Θὰ ὑπάρχει τέτοια σύγχυση καὶ τέτοια δυσκολία. Γι’ αὐτό, λοιπόν, ὁ Κύριος, ὁ μοναδικὸς Κύριος, ὁ Κύριος τῶν πάντων, ἂς φροντίσει καὶ τὴ μεγαλόνησο καὶ τὴν πατρίδα μας καὶ τὴν Οἰκουμένη καὶ κάθε πειναλέο ἀνθρωπίσκο. Καὶ στὴ συνέχεια, νὰ ποῦμε λίγα λογάκια καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους Ἁγίους. Ἔτσι, ἀπὸ στήθους, ὅπως εἴπαμε καὶ στὴν ἀρχή. Κι ἔτσι, νὰ τοὺς ἔχομε κι ἐκείνους παρεούλα, νὰ τοὺς θυμόμαστε. Κάποιος, μιὰ φορά, ἔγραφε σ’ ἕνα χαρτί ὅλους τοὺς Ἁγίους, που γιόρταζαν κάθε μέρα. Κι έπαιζε με τ’ ὄνομά τους, έφτειαχνε λέξεις, τοὺς ἐπικαλεῖτο. Τί ὡραία! Καὶ θυμᾶμαι καὶ τὸν μακαριστὸ Πεντζίκη, ποὺ ἔκανε ψηφαρίθμηση μὲ τὰ Συναξάρια τῶν Ἁγίων. Μεγάλη ὑπόθεση αὐτή. Ν’ ἀσχολεῖται κανεὶς μὲ τοὺς Ἁγίους. Καὶ ξέρετε; Οἱ Ἅγιοι, ἅμα ἀσχολούμεθα μ’ αὐτούς, ἀσχολοῦνται κι αὐτοὶ μὲ μᾶς. Ἔτσι κι ἀλλοιῶς ἀσχολοῦνται. Ἀλλὰ ὅταν βλέπουν κι ἐμᾶς καὶ ἀσχολούμεθα, ἔρχονται πιὸ κοντά. Καὶ θυμᾶμαι, ἐδῶ, ποὺ ἔγραφε πρὸ ἐτῶν μιὰ ἐφημερίδα, ὁ βαφτιστικὸς τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, Αναστάσιος Κεφαλᾶς, ἦταν στο Παρίσι, πρὸ ἐτῶν, κι εἶχε μελαγχολία καὶ δυσκολία καὶ δὲν ἤξερε τί νὰ κάνει. Καὶ παρακαλοῦσε, λοιπόν, τὸν θεῖο του καὶ νοννό του, τὸν Ἅγιο Νεκτάριο, τί να κάνει. Κι ὁ Ἅγιος τί τοῦ λέει, παρουσιαζόμενος στὸν ὕπνο του; «Παιδί μου», τοῦ λέει, «νὰ μὲ ζωγραφίζεις.» «Τί να κάνω, θεῖε; Τί νὰ σὲ ζωγραφίζω;» «Πάρε», λέει, «ἕνα πινέλο, πάρε και μπογιές, πάρε κι ἕνα μουσαμά, ἕνα χαρτί, καὶ φτειάξε τη μορφή μου.» Κι ἐκεῖνος τό ‘κανε. Δὲν ἤξερε ἀπὸ τέχνη ζωγραφικὴ καὶ Ἁγιογραφία. Τίποτα. Ἀλλὰ πῆρε καὶ τό ‘κανε. Ἐνθυμεῖτο πῶς ἦτο ὁ θεῖος του, καὶ πῶς εἶναι στὴν εἰκόνα, ἐξαϋλωμένος, πλέον, καὶ οὐράνιος, καὶ ἔφτειαχνε. Καὶ ξέρετε τί ἔγινε; Σιγά-σιγά, σιγά-σιγά, τὸν ἄφησε ἡ μελαγχολία, τοῦ πέρασε αὐτὴ ἡ νόσος καὶ ἠρέμησε ὁ ἄνθρωπος καὶ γέμισε αισιοδοξία. Ἔτσι, λοιπόν. Εἶναι καλὸ νὰ ἀσχολούμεθα μὲ τοὺς Ἁγίους. Γι’ αὐτὸ ἔχομε κάθε μέρα Ἁγίους. Ἡ μιὰ μέρα παραδίνει στὴν ἄλλη. «Ἡμέρα τῇ ἡμέρᾳ ἐρεύγεται ῥῆμα, καὶ νύξ νυκτὶ ἀναγγέλλει γνῶσιν. » Κι εἶναι πολὺ σπουδαῖο αὐτό, ν’ ἀσχολούμεθα μὲ τοὺς Ἁγίους. Νὰ τοὺς σκεπτόμεθα. Νὰ τοὺς ἐπικαλούμεθα. Νὰ διαβάζουμε τὸν βίο τους. Νὰ τοὺς παρα καλοῦμε. Νὰ τοὺς θαυμάζομε. Καὶ νὰ προσπαθοῦμε νὰ τοὺς μιμηθούμε, τουλάχιστον, σ’ ἕνα πράγμα, που λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Στην πίστη. Στὴν ἐμπιστοσύνη ποὺ εἶχαν στὸν Θεό. Γιατί σήμερα καίρια πλήττεται ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν ἀνθρώπων στὸν Θεό. Τὰ πάντα θέλουν νὰ μᾶς ἀπελπίσουν. Τὰ πάντα θέλουν νὰ μᾶς βγάλουν ἀπ’ αὐτὴ τὴν παράμετρο. Τὰ πάντα θέλουν νὰ μᾶς πᾶνε ἀλλοῦ. Στὸ σκοτά δι, στη μαυρίλα, στην καταστροφή. Ἡ παγκοσμιοποίηση εἶναι ἐπὶ θύραις. Κτυπάει τὴν πίστη στὸν Θεὸ ὁ ἀρχέκακος. Ὅπως τὴν κτύπησε καὶ στὸν ἐπίγειο Παράδεισο, στους Πρωτόπλαστους καὶ τοὺς ἔκανε ν’ ἀφήσουν τὴν ἐμπιστοσύνη τους στὸν Θεό, νὰ ἐμπιστευθοῦν ἐκεῖνον, νὰ τὸν ἀκολουθήσουν καὶ νὰ παραβοῦν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ γεμίσουν σκοτάδι καὶ δυσκολία. Έτσι, λοιπόν. Εἶναι αὐτὰ μεγάλη υπόθεση. Ἀρχιμανδρίτης Ἀνανίας Κουστένης, Θερινὸ Συναξάρι, Τόμος Β´. *** -Δεν βλέπετε παιδιά μου, η Κύπρος μας καίγεται, αλλά ο Θεός δεν θα αφήσει να την πάρουν, ο προφήτης Ηλίας τρέχει με το άρμα του να προλάβει, να μην πάρουν όλο το νησί. Άγιος Σίμων Αρβανίτης ο τυφλός της Πεντέλης Μαρτυρία Αντωνίου του Κυπρίου. Όπως κάθε χρόνο έτσι και το καλοκαίρι του 1974 ανέβηκα στο Μοναστήρι, να πάρω την ευχή του Γέροντα π.Σίμωνα, για να πάω στο χωριό, στους γονείς μου. Μόλις άκουσε ο παππούλης ότι θα πάω στην Κύπρο γυρίζει και μου λέει : -Που θα πας; -Στην Κύπρο παππούλη, στους γονείς μου. -Θα γίνει πόλεμος! είπε. Εγώ τα έχασα και ρωτώ με απορία τον Γέροντα: -Με ποιούς παππούλη, με τους Άγγλους; Ο πόλεμος τελείωσε. Η Κύπρος είναι τώρα ανεξάρτητο κράτος. Ο Γέροντας με σοβαρό και αυστηρό ύφος, μου λέει : -Με τους Τούρκους. Στην αρχή πήγα να γελάσω, και είπα από μέσα μου, ο παππούλης γέρασε και άρχισε να χάνει τα λογικά του. Ξαναρωτάω: Με συγχωρείς παππούλη, με ποιούς θα έχουμε πόλεμο; Μου απάντησε με ποιό αυστηρό τόνο φωνής – Με τους Τούρκους. Του λέω πάλι: -Ο αδελφός μου πρόλαβε και πήγε στρατιώτης. Η απάντησή του ήταν : Ο Θεός είναι μεγάλος θα τον προστατέψει αυτόν και τους γονείς σου. Έκανα υπομονή και δεν πήγα. Έμεινα στην Αθήνα και τις περισσότερες μέρες στο Μοναστήρι, κοντά στον Γέροντα. Μια μέρα άκουσαν οι μοναχοί τον Γέροντα να κλαίει στο κελί του γονατιστός στο κρεββάτι του και με τα χέρια ψηλά να βλέπει από το παράθυρο. Όταν τον ρώτησαν τι έχει, ο Γέροντας απάντησε : –Δεν βλέπετε παιδιά μου, η Κύπρος μας καίγεται, αλλά ο Θεός δεν θα αφήσει να την πάρουν, ο προφήτης Ηλίας τρέχει με το άρμα του να προλάβει, να μην πάρουν όλο το νησί. (σημείωση:Κανείς δεν ήξερε τίποτα στην Ελλάδα,γιατί ήταν στρατιωτικό καθεστώς.) Τότε συνέχεια παρακαλούσα τον Γέροντα να μου πει για την τύχη των δικών μου, αλλά μάταια. Μου έλεγε απλά: -Ότι μου πει ο Πάνω, δείχνοντας τον Θεό, θα σου πω. Τον παρακαλούσα να κάνει προσευχή για όλο το νησί, και όχι μόνο για τους δικούς μου. Μετά από πολλές μέρες μου είπε ο Γέροντας, ότι οι δικοί μου είναι όλοι καλά. Για τον αδελφό μου που ήταν φαντάρος καμμία απάντηση. Μια μέρα ο π. Ζωσιμάς ήρθε χαρούμενος και μου είπε ότι είδε τον αδελφό μου να πηδά από τον φράχτη, μαζί με ένα άλλο παιδί, και να γλυτώνουν. Τα γεγγονότα επαληθεύτηκαν πλήρως! όταν ήλθαν οι γονείς μου στην Αθήνα με τον αδελφό μου μας διηγήθηκαν ακριβώς αυτά που έγιναν. Ήταν μαζί με ένα φίλο του, τον Δημήτρη, εγκλωβισμένος, και σώθηκαν ως εκ θαύματος. Πέρασαν μέσα από το μπλόκο των Τούρκων στον Ελληνικό Τομέα, χωρίς να τους πειράξουν. ΑΠΟ ΤΟ ΒΒΛΙΟ Ιερομόναχος Σίμων Αρβανίτης (1901-1988), Μαρτυρίες για τη ζωή και το έργο του , (Τόμος Γ) *** Άγιος Πορφύριος Μαρτυρία γέροντος Γρηγορίου, Πνευματικού της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Χαλκιδικής Ήρθε και με επισκέφθηκε ο Γέροντας Πορφύριος με τον κ. Γιώργο Αρβανίτη και έναν φιλόλογο στις 19 Ιουλίου το έτος 1974, πηγαίνοντας για το Άγιον Όρος. Τους φιλοξένησα, χάρηκα πολύ για την επίσκεψη, μιλήσαμε διάφορα και τον ρώτησα αν ήθελε να λειτουργήση την επομένη, που ήταν η μνήμη του προφήτου Ηλία. Μου είπε να λειτουργήσω εγώ. Ο Γιώργος με τον άλλον κύριο άκουσαν ειδήσεις και έμαθαν ότι έγινε εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο. Ο όσιος Πορφύριος είπε: «Δεν θα πάμε στο Άγιον Όρος. Θα γυρίσουμε πίσω να παρηγορήσουμε τον κόσμο. Ο κόσμος μας έχει ανάγκη». Από το βιβλίο: «Ο Όσιος Πορφύριος (Μαρτυρίες – Διηγήσεις – Νουθεσίες)». Α’. Μαρτυρίες. Έκδοση «Ενωμένη Ρωμηοσύνη», σελ. 110 *** Άγιος Πορφύριος, ”ΤΟ ΡΑΝΤΑΡ” των Ελλήνων στην Κύπρο εναντίων των Τούρκων. π. Ακάκιος ο Καυσοκαλυβίτης «Σε μια άλλη περίπτωση πιο μπροστά τότε με την εισβολή στην Κύπρο και τον Αττίλα. Οι Αμερικάνοι με τις δυνατότητες που είχαν μπλόκαραν όλες τις επικοινωνίες μας και έτσι ο Ελληνικός Στρατός δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με την Κύπρο και να παρακολουθήσει τις κινήσεις του τουρκικού στρατού. Και τότε ανώτεροι αξιωματικοί του Ελληνικού στρατού κατέβηκαν στον Γέροντα Πορφύριο… Και το ¨μεγάλο ραντάρ¨ Πορφύριος πληροφορούσε τον Ελληνικό Στρατό για όλες τις κινήσεις των Τούρκων. Είμαι σίγουρος για αυτό γιατί αργότερα με έβαζε και τηλεφωνούσα τους αξιωματικούς αυτούς που είχαν σχέση με τον Γέροντα και τον τιμούσαν και μιλούσαν μεταξύ τους και άκουγα και εγώ. Υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες για αυτά τα γεγονότα …» Ειδικότερα από το 34: 15 μέχρι το 36: 45 του βίντεο *** Άγιος Παΐσιος έβλεπε την απόβαση των Τούρκων στην Κύπρο ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Τσέτος Χρήστος, Επισμηναγός ε.α., Θέρμη Θεσσαλονίκης Την 8 Ιουλίου 1974 επισκέφτηκα τον Γέροντα Παΐσιο στο κελί του. Καθίσαμε μαζί αρκετές ώρες, σχεδόν όλο το απόγευμα. Μιλήσαμε για αρκετά θέματα. Στο τέλος άρχισε να μου μιλάει για την επικείμενη απόβαση των Τούρκων στην Κύπρο. Ήταν τόσο σαφής . Έβλεπε τα πράγματα σαν να γίνονταν εκείνη τη στιγμή. Δηλαδή, έβλεπε τα πλοία των Τούρκων να πλησιάζουν το λιμάνι της Αμμοχώστου, και την αποβίβαση των τεθωρακισμένων στην παραλία. Έβλεπε τον Τούρκικο στρατό και τα αυτοκίνητα να προελαύνουν, έβλεπε τα χωριά, που κατελάμβαναν οι Τούρκοι , ν΄αδειάζουν. Έβλεπε τους Τούρκους να σκοτώνουν τους Κυπρίους και να κάνουν διάφορα κακά. Τα διηγόταν με τέτοιο τρόπο, σαν να ήταν παρών. Μου έκανε τρομερή εντύπωση. Όταν είδε ότι γινόταν πάλη σώμα με σώμα με τους Κυπρίους, όταν χύθηκε το πρώτο αίμα, ο Γέροντας σήκωσε τα χέρια στον ουρανό και με δάκρυα στα μάτια είπε: ‘Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον, Κύριε Ελέησον ’. Όταν ήλθε η μέρα της αποβάσεως των Τούρκων στην Κύπρο, η 20 Ιουλίου 1974, βλέπαμε και διαβάζαμε στον Τύπο, όσα μου είχε περιγράψει ο Γέροντας Παΐσιος δέκα ημέρες πριν, με το προορατικό χάρισμα που τον διέκρινε. Πράγματι την 8 Ιουλίου ήταν αποκαλυπτικός. ¨‘Ο Γέροντας πως αισθανόταν που προείδε αυτά τα γεγονότα ; ’¨ – Ο Γέροντας εκείνη την ώρα μιλούσε με τα χείλη του, αλλά πονούσε η καρδιά του. Γνώριζε ότι ο Θεός παραχωρούσε να γίνει αυτό το κακό (Από το βιβλίο: «Μαρτυρίες Προσκυνητών, Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης 1924 – 1994» Τόμος Α΄ 7η Έκδοση, Σελ.: 444) *** «Μή φοβᾶσθε, δέ θα πάθει κανένας μας τίποτα, διότι το χέρι τοῦ Θεοῦ εἶναι πάνω ἀπό τή μονάδα!». Μαρτυρία Γκότσης Δημήτριος, Αντισυνταγματάρχης ΠΒ ἐ.ά., Θεσσαλονίκη Τά ἔτη 1991 καί 1992, ἐπισκέφθηκα τήν Ἱ. Μ. Ἁγίου Ἰὠάν νοῦ τοῦ Θεολόγου Σουρωτῆς, ὅπου, μαζί μέ τόὺς ὑπόλοιπους πιστούς, ἔλαβα τήν εὐλογία τοῦ μακαριστοῦ Γέροντα Παϊσίου. Τήν Ἄνοιξη τοῦ 1993, μαζί μέ ἄλλους δύο συναδέλφους, τό ἐπανέλαβα. Ἐνῶ δέ βρισκόμασταν στή σειρά, ἦλθε μία μοναχή καί μέ ρώτησε ἂν ἤμουν αξιωματικός. Τῆς ἀπάντησα καταφατικά καί μοῦ εἶπε: “Θέλει εσάς τούς τρεῖς νὰ σᾶς δη ὁ παππούλης ἰδιαιτέρως”. Ἔτσι, βγήκαμε ἀπό τή σειρά καὶ ἀφοῦ ἅπαντες πήραμε τὴν εὐχή τοῦ παππούλη, μᾶς ὁδήγησαν τοὺς τρεῖς (ἀντισυνταγματάρχη Σερεμέτη Αχ., ἀντισυνταγματάρχη Σιούτα Σπύρ. καί ἐμένα) σέ ἕνα μικρό δωματιάκι όπου ἐπῆγε ὁ μακαριστός Γέροντας. Ἐμεῖς, καί οἱ τρεῖς, καθίσαμε σέ ἕνα καναπέ καί ὁ Γέροντας ἀπέναντί μας. Τότε, ὁ Γέροντας, μέ τόν ὁποῖον οὐδέποτε εἶχα συζητήσει τά γεγονότα ποῦ ἔγιναν στήν Κύπρο, ἀπευθύνθηκε σέ μένα καί μοῦ εἶπε: “Δημητράκη, ἔχεις δεῖ κανένα θαῦμα στή ζωή σου;” “Ναί, Γέροντα, τοῦ λέω. “Γιά πές το μας νά τό ἀκούσουν καί οἱ συνάδελφοί σου”, εἶπε ὁ Γέροντας. Καί ἀρχίζω ἐγώ: “Ἤμουν Διοικητής μέ τό βαθμό τοῦ ταγματάρχου στήν 189 ΜΠΠ στήν περιοχή τοῦ ἀεροδρομίου Λευκωσίας. Ὅταν, κατά τήν ἐπιδρομή τοῦ ΑΤΤΙΛΑ στήν Κύπρο, τήν 20ή Ἰουλίου 1974, ὥρα 05:30 πρωϊνή, εἰσῆλθα στήν ΕΛΔΥΚ, ἔπεσε μία βόμβα μισοῦ τόνου μπροστά ἀπό τό Land Rover μας, σέ ἀπόσταση πενῆντα μέτρων καί δέν πάθαμε τίποτα. Ὄχι αὐτό, Δημητράκη. Τό ἄλλο πές· τί εἶπες στούς στρατιῶτες σου”, λέει ὁ Γέροντας. Καί συνεχίζω : Μετά τήν πρώτη ἐκεχειρία, ἐγώ ἀντιδροῦσα μέ πυρά πυροβολικοῦ, ἐπειδή οἱ Τοῦρκοι προχωροῦσαν. Τότε, ἡ προϊσταμένη μου ἀρχή μέ διέταξε νά πάω πίσω, νά μή βλέπω, οὔτε νά βάλλω ἐναντίον τῶν Τούρκων πού προχωροῦσαν! Πράγματι, γύρισα πίσω στό χῶρο τάξεως τῆς μονάδος μου, ποῦ ἦταν δυτικά τοῦ ἀεροδρομίου τῆς Λευκωσίας. Καί τότε ἀντίκρυσα τό ἔδαφος, γύρω ἀπό τόν χῶρο τάξεως τῆς μονάδος μου, ποῦ κατελάμβανε μία περιοχή περίπου 800-1000 τ. μ., νά εἶναι σκαμμένο καί καμένο ἀπό τίς βόμβες τῶν 750 λιβρῶν καί NAPALM, οἱ ὁποῖες ἐρρίπτοντο ἀπό ἐχθρικά ἀεροσκάφη κατά τήν 20ή, 21η καί 22α Ἰουλίου καί ἀπό ὕψος 10.000 ποδῶν. Μέσα στόν τεράστιο χῶρο τάξεως τῆς μονάδας δέν εἶχε πέσει οὔτε μία βόμβα, ὁπότε δέν εἶχα οὔτε ἕναν πραυματία. Τότε, συγκέντρωσα τούς στρατιῶτες καί τούς εἶπα Μή φοβᾶστε, δέ θά πάθει κανένας μας τίποτα, διότι τό χέρι τοῦ Θεοῦ εἶναι πάνω ἀπό τή μονάδα!». Τότε, ὁ μακαριστός Γέροντας εἶπε: “Αὐτό ἤθελα ν’ ἀκούσω, Δημητράκη”. “Τήν 20ή Ἰοὐλίου 1974, καί ὥρα 08:30 πρωινή ἔπεσε βόμβα τῶν 750 λιβρῶν μπροστά ἀπό τά πυροβόλα. Δέν ἔσκασε, κύλησε 500 μέτρα περίπου καί στάθηκε ὄρθια σέ ἀπόσταση δέκα μέτρων ἀπό μία ὁμάδα 80 ἐφέδρων ποῦ ἤθελαν νά καταταγοῦν! Τίς πρωϊνές ὧρες τῆς 20ης Ἰοὐλίου 1974, ἡ μοῖρα μας, 189 ΜΠΠ κατέρριψε δύο τουρκικά ἀεροσκάφη μέ τετράδυμα πυροβόλα τῶν 50 χιλιοστῶν. Γι’ αὐτό, μετά, οἱ Τοῦρκοι ἔρριπταν τίς βόμβες τους ἀπό ὕψος 10.000 ποδῶν. Τήν 21 -7-1974 καί μεταξύ 04:30 π.μ. -04:50 π.μ. ἐκτελοῦσα ἔντονες βολές στήν περιοχή Κιονέλι Ἀγύρδας, ὑποστηρίζοντας ἐπίθεση τῆς ΕΛΔΥΚ. Ἐπειδή ἤμουν τέσσερα εἰκοσιτετράωρα περίπου χωρίς ὕπνο, ἐνύσταξα καί ἔδωσα ἐντολή στόν ἀσυρματιστή, ὅταν τελειώση ἡ βολή, νά δώση ἀνά τριάντα «ἔπανάλαβε βεληνεκές», καί ἔγειρα νά κοιμηθῶ γιά λίγο. Ὅταν ὅμως ἔκλεισα τά μάτια μου, εἶδα ὅραμα μία Μαυροφοροῦσα Γυναῖκα νά ἔρχεται ἀπό τό μέρος τοῦ ἐχθροῦ καί νά μοῦ λέη: «Ξύπνα, δέ θά πάθετε τίποτε (ἐννοοῦσε τήν μονάδα μου), ἀλλά οἱ Τοῦρκοι θά μποῦνε στό νησί (Κύπρος)». Ἡ μονάδα μας ἐπέφερε σοβαρές ἀπώλειες στόν ἐχθρό. Γι’ αὐτό: α) Οἱ Τοῦρκοι ἐπεκήρυξαν τόν διοικητή της, ταγματάρχη Γκότση Δημήτριο, μέ τό ποσό τῶν 50.000 κυπριακῶν λιρῶν, σέ ὅποιον τόν παρέδιδε σ’ αὐτούς, νεκρό ἤ ζωντανό. β) Τήν 22α Ἰοὐλίου 1974, καί περί ὥρα 17.00, οἱ Τοῦρκοι πρότειναν νά παύσουν τίς ἀεροπορικές ἐπιδρομές, μέ ἀντάλλαγμα νά μή βάλλει ἐναντίον τους τό πυροβολικό”. Συνεχίζοντας μέ τό Γέροντα Παΐσιο, τόν ρώτησα γιά τό θέμα τῶν Τούρκων. Μοῦ εἶπε ὅτι οἱ Τοῦρκοι κουβαλᾶνε τά κόλλυβά τους στό ζωνάρι τους. Ὅτι θά ἔλθει μία ἡμέρα μία μεγάλη δύναμη – δέν τήν καθώρισε, ποῦ θά εἰσβάλει στήν Τουρκία, τῆς ὁποίας τό 1/3 θά σφαγιασθεῖ, τό 1/3 θά πάει στά βάθη της Ἀνατολῆς καί τό τελευταῖο 1/3 θά βαφτισθοῦν χριστιανοί ὀρθόδοξοι. Πρίν ἀπό αὐτό, εἶπε ὅτι θά γίνει μία ἁψιμαχία μεταξύ Ἑλλάδος καί Τουρκίας. Οἱ Τοῦρκοι πιθανόν νά καταλάβουν προσωρινά δύο νησιά. “Ἀλλά ἐγώ εἶπε ὁ Γέροντας, “δέ θά ζῶ γιά νά δῶ αὐτά τά πράγματα.’’ [σελ. 429-432] *** Άγιος Παΐσιος Τὸ 1985, μιὰ ὁμάδα Κυπρίων ἐπισκέφτηκε τὸ Γέροντα Παΐσιο. Κάποιος τὸν ρώτησε: «Γιατί, Γέροντα, ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς νὰ εἰσβάλει στὴν Κύπρο μας ἕνας βάρβαρος λαός, νὰ σκοτώσει ἀθώους, νὰ ἀτιμάσει καὶ νὰ βιάσει;» Κι ὁ Γέροντας ἀπάντησε: «Αὐτὸ ἔγινε διότι ἡ Κύπρος, ἀπὸ νῆσος Ἁγίων, κατάντησε νῆσος ἁμαρτίας καὶ ἀκολασίας. Ὅταν θὰ ἐπιστρέψετε στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ, τότε ἡ Κύπρος θὰ ἐλευθερωθεῖ. Ἂν ὑπῆρχε κι ἄλλος, χειρότερος καὶ πιὸ βάρβαρος ἐχθρὸς ἀπὸ τοὺς Τούρκους, σ᾽ ἐκεῖνον θὰ ἐπέτρεπε ὁ Θεός νὰ τὰ κάνει ὅλα αὐτά!» Σχετικά μέ τά προβλήματα τῆς Κύπρου, σχετικά μέ τό ρόλο τοῦ ἀρχιεπισκόπου τῆς Κύπρου Μακαρίου, ὅταν ἐρωτήθηκε ἀπέφυγε νά ἐκφέρη κρίση γιά τό πρόσωπό του. Αλλά παρέτήρησε: “Εἶναι καλύτερα τώρα, πού οἱ Τούρκοι μπῆκαν στή Βόρεια Κύπρο και σκότωσαν, λήστεψαν, ατίμασαν, βεβήλωσαν τίς εκκλησίες, τίς μονές, τά ἱερά μας;” Σὲ ἄλλη περίπτωση ὁ Γέροντας εἶπε: «Τὸ πρόβλημα τῆς κατοχῆς τῆς Κύπρου, εἶναι κατὰ βάση πνευματικό. Μὲ μία ἑβδομάδα νηστεία καὶ προσευχὴ ἀπὸ μέρους τῶν Ἑλλήνων τῆς Κύπρου, οἱ Τοῦρκοι θὰ φύγουν ἀπὸ μόνοι τους.» Ρωτήθηκε ο Άγιος, πότε θα ελευθερωθεί η Κύπρος, και απάντησε: «Η Κύπρος θα ελευθερωθεί, όταν μετανοήσουν οι Κύπριοι. Να κάνετε πνευματικές βάσεις για να διώξουν τις βάσεις των Τούρκων, των Άγγλων και των Αμερικανών». Έβλεπε δηλαδή το Κυπριακό ως πνευματικό θέμα, όχι ως εθνικό η πολιτικό, και ότι η λύση του θα προέλθει από την μετάνοια του λαού και την προσευχή. Πηγή: Ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, Έκδοσις Καλύβης Αναστάσεως, Καψάλα, Άγιον Όρος, 2004 *** Μαρτυρία Ξενοφώντος Ανδρέας, αγιογράφος, Λεμεσός, Κύπρος Επισκέφτηκα τον π. Παΐσιο το 1989, έχοντας μόλις διαβάσει ένα σύντομο βιογραφικό του. Αντιμετώπιζα τότε ένα σοβαρό πρόβλημα και πήγα να ζητήσω τη βοήθειά του. Αφού, λοιπόν, μιλήσαμε για το συγκεκριμένο θέμα, η κουβέντα γύρισε στο Κυπριακό. Τον ρώτησα τότε αν θα φύγουν ποτέ οι Τούρκοι. Μου απάντησε: «Και βέβαια θα φύγουν. Η Κύπρος θα ελευθερωθεί.» «Πότε, Γέροντα;» «Ε, δε θα πάρει όσο ο κομμουνισμός στη Ρωσία.» «Μα, Γέροντα, ο κομμουνισμός δεν έπεσε!» επέμενα. Κι ο Γέροντας χαμογελώντας μου είπε: «Τρέμουν τα πόδια του. Όπου να ‘ναι το θεριό σωριάζεται!» «Και πώς θα φύγουν οι Τούρκοι; Θα κάνουμε πόλεμο;» ξαναρώτησα. «Όχι, όχι! Πόλεμος θα γίνει, αλλά δε θα τον κάνετε εσείς. Η Τουρκία θα κάνει πόλεμο με ένα γειτονικό της κράτος και θα εμπλακούν κι άλλες χώρες. Η Τουρκία θα ανοίξει πολλά μέτωπα και θα αναγκαστεί να πάρει στρατεύματα και πολεμικό υλικό από την Κύπρο, για να τα μεταφέρει αλλού και να ξεκουράσει τους άλλους που θα πολεμούν. Και τότε εσείς θα πάτε πίσω όπως φύγατε: με τα τρακτέρ, τα λεωφορεία, περπατητοί, τρέχοντας.» «Κι αυτοί θα το δεχτούν; Δε θ’ αντιδράσουν;» «Κάποιοι θα αντιδράσουν και ορισμένοι θα σκοτωθούν» απάντησε ο Γέροντας. Και συνέχισε: «Αυτό θα συμβεί γιατί δε θα φεύγουν εύκολα από το σπίτι που γεννήθηκαν, έστω κι αν δεν ήταν δικό τους. Το ίδιο θα γίνει και στις δύο πλευρές, αλλά η Κύπρος θα ενωθεί. Μην το σκέφτεστε. Μόνο να έρθει η μέρα, Ανδρέα, να επιστρέψετε στο Θεό, στην Εκκλησία, στην προσευχή και στην ανιδιοτελή αγάπη προς τον πλησίον, για να είναι λιγότερες και οι απώλειες εκείνες τις μέρες». Επιστρέφοντας στην Κύπρο, όπου και να τα ‘λεγα όλα αυτά, με κορόιδευαν. Όμως εγώ τα πίστευα σαν να τα είχα ακούσει από τον ίδιο το Θεό. Μέχρι που κάποια στιγμή, το 1990, έπεσε ο κομμουνισμός και τότε ορισμένοι απ’ αυτούς μου τηλεφώνησαν για να μου ζητήσουν συγγνώμη. Όσο δε για τα υπόλοιπα, τα προσωπικά μου, ό,τι μου προέβλεψε βγήκε επίσης αληθινό… Μαρτυρίες Προσκυνητών, Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης, τόμος Β’,σελ. 370, Εκδόσεις Αγιοτόκος – Καππαδοκία του Επισμηναγού Νικόλαου Ζουρνατζόγλου έ.ά Η Κύπρος θα δεχτεί ράπισμα από τους Τούρκους (γιατί τώρα είναι ανέγγιχτη), αλλά θα είναι προσωρινό. Η Τουρκία θα σβήσει, αλλά δεν θα υπάρχει ούτε μια σελίδα στην παγκόσμα ιστορία που να φέρνει στη μνήμη ότι υπήρξε αυτή η καταραμένη φυλή. [¨Λόγοι χάριτος και Σοφίας¨ , π. Μακάριος Αγιαννανίτης.] Μαρτυρία Ἀνθίμου Νικόλαος, Λευκωσία, Κύπρος Το Σεπτέμβριο τοῦ 1988 ἐπισκεφθήκαμε τό Γέροντα Παΐσιο στήν Παναγούδα μαζί μέ τό φίλο μου Χαραλαμπίδη Ἰάκωβο. Μας ὑποδέχτηκε μέ χαρά. Μοῦ εἶπε: “Εἶστε ἀπό τήν Κύπρο. Εἶσαι ὁ ἀδελφός τοῦ γέροντα Ιωαννίκιου ἀπό τήν Ἱ. Μονή Διονυσίου. Ξέρω τι θα με ρωτήσετε. Ἡ Κύπρος θά δικαιωθεῖ. Ἔχει ὀμπρέλλα προστασίας από 12 ψυχές ·εκτός απ’ αυτές που βρίσκονται στο Ἅγιον Ὄρος καί εἶναι πολλές. Ἡ Ἑλλάδα θα πληρώσει”. Ἄλλη φορά κάποιοι Κύπριοι προσκυνητές τόν ρώτησαν γιά τήν κατάσταση στήν Κύπρο. Ὁ Γέροντας πάντα σέ τέτοιες περιπτώσεις ἔλεγε ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὁ Θεός εἶναι κυρίαρχος σ’αὐτήν τήν ἱστορία ὅπως καί σ’ ὅλη τήν ἱστορία τοῦ κόσμου θά ἔπρεπε νά καταλάβουν ὅτι ὅλα τά γεγονότα πού διαδραματίστηκαν καί διαδραματίζονται στήν Κύπρο εἶναι μέσα στό σχέδιο τῆς οἰκονομίας ἤ τῆς παραχωρήσεως τοῦ Θεοῦ. Ἔλεγε ὅτι όφείλουμε νά ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στό Θεό, γιατί ὅ,τι γίνεται εἶναι μέσα στήν πρόνοιά Του γιά μᾶς. Κενανίδης Κωνσταντῖνος, Ἱερέας, Διδάκτωρ Θεολογίας, Βρυξέλλες [σελ. 442-3] *** Θα έλθει η ώρα που το θέμα της Κύπρου θα λυθεί… θα λυθεί και θα είναι Ορθόδοξη και Ελληνική ! Γνώρισα τον π. Παΐσιο στα 1992 από επίσκεψή μου στο Άγιο Όρος μαζί με έναν τυφλό φίλο μου. Τον βρήκαμε στο κελλί του να συνομιλεί με δύο άτομα. Μόλις τελείωσε, ήρθε κοντά μας και μας χαιρέτισε με τα μικρά μας ονόματα, αν και τον βλέπαμε για πρώτη φορά! Ο Γέροντας Παΐσιος, για το θέμα της Κύπρου μας είπε. — Θα έλθει η ώρα που το θέμα της Κύπρου θα λυθεί. Θα περάσει πολλές δυσκολίες, αλλά θα λυθεί και θα είναι Ορθόδοξη και Ελληνική ! Τον ρώτησα για την συνεχή αδιαλλαξία και τις προκλήσεις των Τούρκων. Με έπιασε από τον ώμο και με πολλή σοβαρότητα μου είπε, — Μη ανησυχείς παιδί μου, εγώ ετοιμάζομαι να κοιμηθώ πιά, και δεν θα είμαι στην ζωή, αλλά θα τα βλέπω όλα από επάνω. Εδώ είμαστε όλοι προσωρινοί. Η Τουρκία θα διαλυθεί σε τρία-τέσσερα κομμάτια. Έχει αρχίσει ήδη η αντίστροφη μέτρησή της. Πολύ σύντομα οι προσευχές που γίνονται τώρα κάτω από την επιφάνεια της γης, θα γίνονται επάνω, και τα κεράκια που ανάβονται κάτω, θα ανάβονται επάνω… ( εννοούσε τους Έλληνες κρυπτοχριστιανούς της Τουρκίας ) Εμείς θα πάρουμε τα δικά μας εδάφη, οι Αρμένιοι τα δικά τους, και οι Κούρδοι πάλι τα δικά τους. Το Κουρδικό θέμα έχει πιά δρομολογηθεί. Αυτά θα γίνουν όχι τώρα το 1992, αλλά σύντομα… Θα γίνουν όλα αυτά όταν θα πάψουν να κυβερνάνε την Τουρκία οι πολιτικοί που είναι σήμερα, και όταν μια νέα γενιά πολιτικών εμφανισθεί για να κυβερνήσει. Τότε θα γίνει και ο διαμελισμός της Τουρκίας …. Θα τα δείς παιδί μου, θα τα δείς. Πίστη και ελπίδα στον Θεό να υπάρχει και θα χαρούν πολλοί. Όλα αυτά θα γίνουν μέσα στα χρόνια αυτά. Έφτασε πιά ο καιρός! Τον ρώτησα αν η Ελλάδα υποστεί συμφορές από ότι επακολουθήσει, και μου είπε. — Θα υπάρξουν ασήμαντα προβλήματα. Αρκετός κόσμος που σήμερα είναι Χριστιανικά αδιάφορος, θα επιστρέψει στον Ορθόδοξο χώρο. Να μην ανησυχείτε για την Ελλάδα !… Η Χώρα αντιμετωπίζει λογοκρισία στα κοινωνικά δίκτυα. Πηγή: https://iconandlight.wordpress.com/2026/07/19/%ce%b4%ce%b5%ce%bd-%ce%b2%ce%bb%ce%ad%cf%80%ce%b5%cf%84%ce%b5-%cf%80%ce%b1%ce%b9%ce%b4%ce%b9%ce%ac-%ce%bc%ce%bf%cf%85-%ce%b7-%ce%ba%cf%8d%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%82-%ce%bc%ce%b1%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%af/ Πλοήγηση άρθρων Ἡ φωτογραφία τοῦ Ὁσίου Ἀνθίμου τῆς Χίου ποὺ ἐξαφανίσθηκε… Νὰ γίνουμε φωτεινοί