Όσιος Ιάκωβος (Τσαλίκης).

Κάποτε
ένα νέο παιδί ήρθε για εξομολόγηση και ήταν απελπισμένο από μια
επαναλαμβανόμενη αμαρτία του, και ο πειρασμός τον έφθασε στο σημείο να βρη ένα
όπλο και να θέλη να αυτοκτονήση.

Προσπαθούσα
πολύ καιρό να τον πείσω με αγάπη και υπομονή να βγάλη τον πειρασμό της
απελπισίας από μέσα του, μάταια όμως.

Τότε
του πρότεινα πάη στο Μοναστήρι [του οσίου Δαυίδ του Γέροντα στην Εύβοια] να
ξεκουραστή λίγες μέρες, εάν είχε ευλογία από τον Γέροντα [τον Ηγούμενο της
Μονής όσιο Ιάκωβο], μια και ήταν γιορτινές μέρες.

Εγώ
δεν μίλησα με τον Γέροντα, ο νέος ανέβηκε στο Μοναστήρι, έμεινε αρκετές ημέρες,
δεν μίλησε κι εκείνος σε κανέναν για το πρόβλημά του, και έφθασε η μέρα της
αναχώρησής του.

Ο
Γέροντας τον συνόδευσε στην πόρτα, δίνοντάς του μια τσάντα γεμάτη με δώρα, και
αφού του έδωσε ευχές του είπε:


Να ξέρης, δεν σώζονται όσοι αυτοκτονούν.

Ο
νέος τα έχασε!

Πραγματικά
ο πειρασμός τον είχε κάνει να πιστέψη ότι, εάν αυτοκτονούσε, θα σωζόταν γιατί
θα σταματούσε την αμαρτία.

Γύρισε
αναπαυμένος και αλλοιωμένος και παρέδωσε το όπλο.

Μαρτυρία
από το βιβλίο, ο «Γέρων Ιάκωβος, Διηγήσεις, Νουθεσίες, Μαρτυρίες», των εκδόσεων
Ενωμένη Ρωμηοσύνη.

***

Άγιος
Παΐσιος ο Αγιορείτης

Το
1982, είχε πάει στον π. Παΐσιο ένας σύγχρονος νέος, γεμάτος ανησυχίες,
μπλεγμένος με πολλά δύσκολα πράγματα, απογοητευμένος από τη ζωή και το
περιβάλλον του, φορώντας βρόμικα ρούχα κι έχοντας μακριά μαλλιά.

Η
όλη του εμφάνιση και συμπεριφορά μαρτυρούσαν την ανησυχία και την ακαταστασία
του. Συζήτησε με το Γέροντα αρκετά και ύστερα έφυγε.

Μετά
από τρεις μήνες ξαναπήγε στο Άγιον Όρος και διηγήθηκε τα ακόλουθα σε κάποιο
ιερομόναχο, γνωστό του π. Παϊσίου:

«Στην
Αθήνα, είχα κάτι αποτυχίες και μ’ έπιασε μελαγχολία και κατάθλιψη. Μου μπήκε η
έμμονη ιδέα να πάω να αυτοκτονήσω μια και πίστευα ότι στον κόσμο δεν υπάρχει
αγάπη και κανένας δεν με αγαπάει.

Πίστευα
ότι η ζωή δεν έχει ενδιαφέρον, γι’ αυτό είχα πάρει την απόφαση να σκοτωθώ και
να τελειώσω τη ζωή μου. Βγήκα από την Αθήνα, και προχωρούσα προς το μέρος που
σχεδίαζα να προβώ στη φοβερή αυτή πράξη.

Σε
κάποια στιγμή άρχισα να τρέχω έχοντας μεγάλη ταραχή στην ψυχή μου. Ξαφνικά
ακινητοποιήθηκα και βλέπω μπροστά μου τον π. Παΐσιο να μου λέει:


Σταμάτα, μην κάνεις αυτό το πράγμα.

Μόλις
είδα τη μορφή του Γέροντα είπα μέσα μου ότι αυτός ο άνθρωπος με αγαπάει
πραγματικά».

Ο
ιερομόναχος που άκουσε το περιστατικό από το νέο, ρώτησε μετά τον π. Παΐσιο αν
ήταν αληθινό αυτό που άκουσε.

Ο
Γέροντας του είπε:


Δεν ξέρω. Εκείνο που ξέρω είναι ότι πολλές φορές, όταν προσεύχομαι στο κελλί
μου, το Άγιο Πνεύμα με μεταφέρει σε νοσοκομεία, σε σπίτια πονεμένων, σε
ανθρώπους που κινδυνεύουν ή θέλουν ν’ αυτοκτονήσουν κλπ. Εγώ βέβαια δεν κάνω
τίποτα, παρά προσεύχομαι και ανάβω κεριά.

Από
το βιβλίο του Πρεσβυτέρου Διονυσίου Δ. Τάτση, ο «Γέροντας Παΐσιος, Βιογραφικά
στοιχεία, Διδαχές, Επιστολές, Περιστατικά, Κείμενα».

***

Μαρτυρία αγιορείτου μοναχού: «Δυο λαϊκοί
επισκέφθηκαν την “Παναγούδα”. Αφού προσκύνησαν, ζήτησαν να ακούσουν κάτι για
τον Γέροντα. Μεταξύ των άλλων τους είπα ότι από τούς προσκυνητές που περνούν
έχουμε πολλές μαρτυρίες για θαυμαστά του σημεία και μετά την κοίμησή του
(εμφανίσεις, θεραπείες, επεμβάσεις σε τροχαία κλπ.). Όταν ο ένας άκουσε την
φράση “σε τροχαία”, δάκρυσαν τα μάτια του και είπε κάπως έντονα στον φίλο του:


Είδες! σε τροχαία!

»Στο
τέλος με παρακάλεσαν να τους διηγηθώ έστω ένα θαύμα και κατά προτίμηση μία
διάσωση από τροχαίο ατύχημα. Τους ανέφερα περίπτωση πρόσφατη. Μόλις έφθασα στο
σημείο “μέσα από μία φωτεινή νεφέλη του παρουσιάστηκε ένας μοναχός”, ο ίδιος
προσκυνητής που με είχε διακόψει προηγουμένως, δεν κρατήθηκε και φώναξε:


Και σε μένα μέσα από νεφέλη!

»Και
με συντομία μου διηγήθηκε την δική του θαυματουργική διάσωση, μη μπορώντας από
την συγκίνηση να πη περισσότερα:


Έτρεχα με την μοτοσυκλέττα με εκατόν σαράντα χιλιόμετρα… Σφηνώθηκα σε ένα
αυτοκίνητο… Άνοιξε μπροστά μου ένα φωτεινό νέφος και παρουσιάστηκε ένας
μοναχός… Δεν έπαθα τίποτε! Η γυναίκα μου με προέτρεψε: “Ψάξε σε βιβλία, κοίταξε
τις φωτογραφίες να βρης ποιος ήταν”. Τον πρωτοανακάλυψα σε ένα ημερολόγιο της
Αθωνιάδος, σε μία φωτογραφία ανάμεσα σε μαθητές της Σχολής… Μου έσωσε την
ζωή!…».

***

Διήγηση
ευλαβούς εγγάμου Ιερέως που σπουδάζει στην Θεσσαλονίκη. «Προ καιρού ήρθε ένας
νέος και μου είπε: «Πάτερ, εγώ χθές έπρεπε να είχα πεθάνει, αλλά ο Θεός με
έσωσε. Καθώς έτρεχα με μεγάλη ταχύτητα χτύπησα με την μοτοσυκλέττα μου επάνω σε
ένα αυτοκίνητο και πετάχθηκα μακρυά. Τήν στιγμη εκείνη είδα έναν παππούλη να με
πιάνη γερά από το δεξί χέρι και έτσι δεν έπαθα τίποτε».

»Εγώ
(ο ιερεύς) του έδειξα μερικές εικόνες Αγίων και φωτογραφίες συγχρόνων Γερόντων.
Μόλις είδε τον γέροντα Παίσιο, φώναξε συγκινημένος: «Αυτός ήταν».

»Ύστερα
από λίγες ημέρες ξαναήρθε και μου ανέφερε ότι εκ των υστέρων ανεκάλυψε στο
τσεπάκι του μπουφάν του, στον δεξιό βραχίονα (ακριβώς εκεί που τον έπιασε ο
Γέροντας), δύο μικρές εικονίτσες, μια του Χριστού και μια του γέροντος Παϊσίου
που τις είχε βάλει η μητέρα του κρυφά».

Από
το βιβλίο: Ιερομονάχου Ισαάκ, ΒΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Στ’
έκδοσις, Άγιον Όρος 2008, σελ. 377.

***

«Όταν υπηρετούσα στην Κύπρο, το
1989, ο λοχίας μού ανέφερε ότι, όταν αυτός φοιτούσε στη Θεολογική Σχολή του
ΑΠΘ, είχε έναν φίλο δημοσιογράφο από Θεσσαλονίκη, ο οποίος γνώριζε πολύ καλά
τον Γέροντα Παΐσιο τον Αγιορείτη (1924–1994).

Αυτός,
λοιπόν, ο δημοσιογράφος τού είπε ότι κάποια εποχή (δε θυμόταν ακριβώς πότε)
έπρεπε να πάει στην Αμερική, για να συναντήσει κάποιον Ελληνοαμερικάνο για
κάποιο επαγγελματικό ραντεβού.

Πήγε,
λοιπόν, συνάντησε τον Ελληνοαμερικάνο, τελείωσε τη δουλειά που είχε και στη
συνέχεια επισκέφτηκαν ορισμένες πόλεις της Αμερικής.

»Κάποια
στιγμή, ενώ οδηγούσε ο δημοσιογράφος, μπήκαν σ’ ένα στενό δρομάκι. Στην άκρη
του δρόμου εμφανίστηκαν κάποιοι με μαχαίρια και άγριες διαθέσεις. Του λέει,
λοιπόν, ο Ελληνοαμερικάνος: “Κάνε όπισθεν να φύγουμε, γιατί εδώ σε σφάζουνε για
ένα δολάριο!”. Προσπάθησε να κάνει όπισθεν, αλλά τους είχαν κλείσει στη μέση
και τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα. Πετάγεται ο Ελληνοαμερικάνος και του λέει:
“Κάνε κάτι να σωθούμε!”. “Τι να κάνω;”, του λέει ο δημοσιογράφος. Του λέει μέσα
στην απελπισία του ο Ελληνοαμερικάνος: “Σκέψου κάτι, εσύ που πηγαίνεις στο
Άγιον Όρος, διότι θα μας σφάξουν!”.

Ο
δημοσιογράφος, σ’ εκείνη τη δύσκολη ώρα που βρέθηκε, επικαλέσθηκε τη βοήθεια
του Παππούλη και, ξαφνικά, βρέθηκαν σε μια άλλη συνοικία, χωρίς να μπορούν να
καταλάβουν τι έγινε.

»Όταν
επέστρεψε στην Ελλάδα, πήγε κατευθείαν στο Άγιον Όρος, στην Καλύβα του Πατρός
Παϊσίου.

Μόλις
τον είδε ο Άγιος Γέροντας Παΐσιος, τον κτύπησε χαμογελαστός στον ώμο και του
λέει: “Μη με κουράζεις, βρε παιδί μου, κι αναγκάζομαι να έρχομαι ως την
Αμερική!”».

Μαρτυρία
Λουκά Γεωργίου (Συνταγματάρχης Ε.Α., Σαλαμίνα)

[Νικολάου
Α. Ζουρνατζόγλου (Επισμηναγού Α.Ε.): «Μαρτυρίες Προσκυνητών –Γέροντας Παΐσιος ο
Αγιορείτης– (1924–1994)», Τόμ. Α΄, Κεφ. Ι΄, §145, σελ. 385–386, Εκδόσεις
«Αγιοτόκος Καππαδοκία», Νοέμβριος 2011

***

«Τὸν ἅγιο Παΐσιο δὲν ξέρω;»

–Σεισμός!

Πετάχτηκε
ἀλαφιασμένη.

–Σεισμός!

Ἔτρεμε
ὁλόκληρη.

Ἀπ᾿
τὶς φωνὲς καὶ τὴν τρομάρα της ξύπνησε κι ὁ ἄντρας της.

–Τί
φωνάζεις ἔτσι, Γιώτα; Τί ἔπαθες;

–Ὁ
σεισμός… τὸ σπίτι μας… γκρεμίστηκε…

–Εἶσαι
καλά, γυναίκα; Ποιὸς σεισμός; Ποιὸ σπίτι; Τί εἶναι αὐτὰ ποὺ λές; Ἡσύχασε… Ἡσύχασε…

–Δὲν
ἔγινε σεισμός, Βασίλη;

–Δὲν
ἔγινε σεισμός, γυναίκα, δὲν ἔγινε… Ὄνειρο εἶδες… ἔλα, ξάπλωσε.

–Μὰ
ἐγώ… Θεέ μου! Δὲν εἶναι δυνατόν… Ἐγώ… Ἦταν σεισμός… Ἦταν φοβερό! Νὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησία,
Βασίλη. Τῆς ἁγίας Μαρίνας σήμερα. Ἁγία Μαρίνα μου…

–Θὰ
πᾶμε, θὰ πᾶμε, γυναίκα. Ἔλα, ξάπλωσε. Εἶναι νωρὶς ἀκόμα.

–Τί
ὥρα εἶναι;

–Πέντε
παρὰ τέταρτο.

–Πέντε
παρὰ τέταρτο!…

Ὅταν
γύρισαν ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, τοὺς πρόφτασε καὶ τὸ νέο γιὰ τὸν «σεισμό»: Ὁ ἀγαπημένος
τους ἐγγονός, ὁ Παντελής, εἶχε χτυπηθεῖ, τὸ παλληκάρι τους. Νεκρὸς ἦταν;
Ζωντανός; Ἀκριβῶς στὶς πέντε παρὰ τέταρτο ἔγινε τὸ ἀτύχημα. Τὸ ἀκυβέρνητο ἁμάξι
δύο μεθυσμένων ἔπεσε πάνω στὸ δικό του καὶ τὸν τσάκισε τὸν λεβέντη τους. Τώρα
χαροπαλεύει διασωληνωμένος στὴν Ἐντατικὴ τοῦ μεγάλου Νοσοκομείου στὰ Γιάννενα. Ἄχ,
καὶ τί νὰ κάνουν τώρα αὐτοὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἄκρη τῆς Ἑλλάδος ὅπου βρίσκονται;… Νὰ
ξεκινήσουν γιὰ τὰ Γιάννενα; Μὰ ὁ γαμπρός τους οὔτε νὰ τ᾿ ἀκούσει:

–Νὰ
ἔρθετε νὰ κάνετε τί; Νὰ δεῖτε ἕνα νεκρό; Κι οὔτε νὰ τὸν δεῖτε θὰ μπορέσετε. Κι ἐμεῖς
ποὺ εἴμαστε ἐδῶ δὲν τὸν βλέπουμε. Προσευχὴ νὰ κάνετε νὰ μᾶς τὸν χαρίσει ὁ Θεός.

Πέρασαν
δέκα μέρες μαρτυρικές. Οἱ γιατροὶ τέσσερις φορὲς ἐπιχείρησαν νὰ τὸν ἀποσωληνώσουν
χωρὶς ἀποτέλεσμα. Ξημέρωσε ἡ 27η Ἰουλίου. Τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος. Ἡμέρα τῆς
γιορτῆς του. Ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἐντατικῆς τὸ εἶπε καθαρὰ στὸν πατέρα:

–Κύριε
Γιῶργο, σήμερα θὰ κάνουμε τὴν τελευταία προσπάθεια. Ἂν δὲν πετύχει, θὰ σοῦ τὸ
δώσουμε ἔτσι μισοπεθαμένο τὸ παιδί σου… Καὶ δὲν σ᾿ τὸ κρύβω. Ἐλπίδες δὲν ἔχουμε
πολλές. Γιὰ νὰ μὴν πῶ καθόλου. Μὰ θὰ παλέψουμε…

Ἔτρεμε
ὁ δόλιος ὁ πατέρας. Μὲ τὴ γυναίκα του καὶ ἄλλους συγγενεῖς περίμεναν στὸν
προθάλαμο τῆς Ἐντατικῆς. Πέρασαν ὧρες… Τοὺς φάνηκαν αἰῶνες.

Ξαφνικὰ
τινάχτηκαν. Τραντάχτηκε ἡ πόρτα τῆς Κλινικῆς καὶ βγῆκε ὁρμητικὸς ὁ Διευθυντὴς
καὶ πίσω του οἱ ἄλλοι γιατροὶ ἀλαφιασμένοι. Ἁρπάζει τὸν πατέρα ὁ Διευθυντής, τοῦ
δίνει μιὰ γερὴ στὸ στῆθος κι ἄλλη μιὰ στὴν πλάτη καὶ τοῦ φωνάζει:

–Γιώργη,
ζεῖ τὸ παλληκάρι σου! Τ᾿ ἀκοῦς; Ζεῖ ὁ λεβέντης σου. Μπὲς τώρα ἀμέσως μέσα νὰ τὸν
δεῖς.

Γιατροί,
συγγενεῖς ἀγκαλιάσθηκαν, ἔκλαιγαν ὅλοι ἀπὸ τὴν ἀνέλπιστη χαρά. Μπῆκε πρῶτος
μέσα ὁ πατέρας. Σὰν πλησίασε, τὸν εἶδε ὁ Παντελὴς κι ἔβαλε φωνή:

–Πατέρα,
τὸ «Πάτερ ἡμῶν….»!


Γιώργης τά ᾿χασε. Ὁ Παντελής του τὸ «Πάτερ ἡμῶν…»; Μὰ αὐτὸς δὲν εἶχε ἰδέα ἀπὸ ἐκκλησιαστικά.
Κι ὄχι πὼς ἔφταιγε τὸ παιδί. Ὁ ἴδιος ἔφταιγε. Ποὺ παρόλο παπαδοπαίδι – κι ἦταν ἅγιος
παπὰς ὁ πατέρας του – τὰ εἶχε ξεχάσει ὅλα κι ἔτσι ἀνάθρεψε τὴν οἰκογένειά του.

–Τὸ
«Πάτερ ἡμῶν…» εἶπες, Παντελάκη μου;

–Ναί,
πατέρα, τὸ «Πάτερ ἡμῶν…»! Θ᾿ ἀλλάξω ζωή. Ἔτσι μοῦ εἶπε ὁ ἅγιος Παΐσιος.

–Τί
λές, παιδάκι μου; Τί ἅγιος Παΐσιος λές;

–Ὁ
ἅγιος Παΐσιος, πατέρα! Αὐτὸς μὲ ἔσωσε.

Ἔμεινε ὁ Γιώργης ἄφωνος. Κι ὁ
Παντελὴς τοῦ τὰ ἐξιστόρησε λεπτομερῶς.

Εἶχε
φθάσει, λέει, σ᾿ ἕναν τόπο ὑπέροχο, ποὺ στὸ βάθος του ἔλαμπε ἕνα φῶς θαυμάσιο,
μοναδικό. Γλώσσα ἀνθρώπινη ἀδύνατο νὰ τὸ περιγράψει. Καὶ ἐκεῖ μπροστά του
βλέπει τὸν ἅγιο Παΐσιο γονατιστό, μαζὶ καὶ μὲ ἄλλους, νὰ προσεύχεται θερμά. Ἔκανε
νὰ περάσει ὁ Παντελής, μὰ ὁ Ἅγιος τὸν σταμάτησε.

«Στάσου,
Παντελή μου», τοῦ εἶπε. «Δὲν ἦρθε ἀκόμα ἡ ὥρα νὰ πᾶς σ᾿ αὐτὸ τὸ φῶς. Θὰ
γυρίσεις πίσω. Μὰ νὰ προσέξεις ἀπὸ ᾿δῶ καὶ πέρα τὴ ζωή σου».

–Καλά,
Παντελή, κι ἀπὸ ποῦ ξέρεις ἐσὺ πὼς αὐτὸς ἦταν ὁ ἅγιος Παΐσιος;

–Τὸν
ἅγιο Παΐσιο δὲν ξέρω, πατέρα; Δὲν ἔχουμε τὴν εἰκόνα του στὸ σπίτι μας; Ποιὸς δὲν
ξέρει τὸν ἅγιο Παΐσιο; Καὶ θέλω, πατέρα, μόλις γίνω καλά, νὰ πᾶμε στὸ Μοναστήρι
τοῦ Στομίου στὴν πατρίδα μας τὴν Κόνιτσα, ἀπ᾿ ὅπου ξεκίνησε τὴ μοναχική του ζωὴ
ὁ ἅγιος Παΐσιος, νὰ τὸν εὐχαριστήσω ποὺ μοῦ χάρισε τὴ ζωή. Ἀλλὰ καὶ γιὰ ἕναν ἀκόμη
λόγο θέλω νὰ πάω. Διότι ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς μὲ τοὺς ὁποίους προσευχόταν ὁ Ἅγιος ἔμοιαζε
μὲ τὸν ἡγούμενο τῆς Μονῆς Στομίου, τὸν πατέρα Κοσμᾶ.

–Θὰ
πᾶμε, Παντελή μου, θὰ πᾶμε. Νὰ εὐχαριστήσουμε τὸν Ἅγιο!

πηγή:
osotir

simeiakairwn.wordpress.com/2021/02/19/τον-άγιο-παΐσιο-δεν-ξέρω-συγκλονιστ/#more-62716

Η
Χώρα αντιμετωπίζει λογοκρισία στα κοινωνικά δίκτυα.

Πηγή: https://iconandlight.wordpress.com/2025/06/04/%ce%b5%ce%af%cf%80%ce%b1-%ce%bc%ce%ad%cf%83%ce%b1-%ce%bc%ce%bf%cf%85-%ce%b1%cf%85%cf%84%cf%8c%cf%82-%ce%bf-%ce%ac%ce%bd%ce%b8%cf%81%cf%89%cf%80%ce%bf%cf%82-%ce%bc%ce%b5-%ce%b1%ce%b3%ce%b1%cf%80%ce%ac/

Από Giorgis

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *